Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος στην Romfea.gr

Στις 15 Φεβρουαρίου (οπότε εορτάζεται η μνήμη του) του 1960, εξήντα χρόνια πριν, κοιμήθηκε ο άγιος της εποχής μας και ιερέας των λεπρών στη Χίο Άνθιμος Βαγιάνος, σε ηλικία 91 ετών.

Γεννήθηκε στο νησί και έδρασε εκεί ποιμαντικά και πνευματικά, ως κληρικός στο ναό του Λεπροκομείου, όπου έχουν καταγραφεί πολλά θαύματά του με τη βοήθεια της Παναγίας, σημάδι ότι ήταν γνήσιος εργάτης του Θεού. Ανάλογο σημάδι είναι και το σκήνωμά του, που φυλάσσεται στη Μονή Παναγίας Βοηθείας στη Χίο.

Πριν την ιεροσύνη, όμως, που του δόθηκε, όπως η πορεία απέδειξε, από το Θεό, είχε επιδοθεί σε μια ασκητική και οσιακή ζωή.

Ξεπήδησε μέσα του ο πόθος το μοναχισμού, όταν νεαρός επισκέφτηκε τη Σκήτη των Αγίων Πατέρων στη Χίο, για την επισκευή εικόνας της Παναγίας, που ήταν προστάτιδά του και καθοδηγήτριά του σ’ όλη τη ζωή του.

Έγινε μοναχός στη Σκήτη και από την εξαντλητική νηστεία και προσευχή και από τους σωματικούς κόπους αρρώστησε.

Για να αναρρώσει αποσύρθηκε σε πατρικό κτήμα, όπου έκανε και το επάγγελμα του υποδηματοποιού, προκειμένου να ενισχύσει τους φτωχούς γονείς του και να ελεήσει τους άπορους.

Η κακοπάθειά του αποκάλυπτε ότι δεν απέβλεπε στη μισθαποδοσία του κόσμου αυτού, αλλά στην ένωσή του με το Χριστό, στην απόκτηση της αγάπης για τον πλησίον, στην κατανίκηση των παθών και στην τελειοποίησή του.

Το 1910 ήταν θέλημα Θεού να χειροτονηθεί ιερέας στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας, ενώ την ώρα της χειροτονίας του υπήρξαν σημεία, που έδειξαν ότι θα ήταν χαρισματικός ιερωμένος, όπως και συνέβη.

Ως εφημέριος στο Λεπροκομείο, με απέραντη υπομονή στα καθημερινά και στις επιθέσεις του πειρασμού, φανέρωνε τη συμφιλίωσή του με το Θεό και τους ανθρώπους.

Διαρκώς συνέτρωγε με τους λεπρούς και έλαμπε το πρόσωπό του όταν τους μετέδιδε τη θεία κοινωνία και κατέλυε μετά, χωρίς τον παραμικρό φόβο ότι θα νοσήσει από την μεταδοτική ασθένεια.

Ώρες ατέλειωτες συζητούσε μαζί τους και τους στήριζε, νιώθοντας μια μεγάλη γαλήνη, αφού, μέσω αυτών των ταλαιπωρημένων ανθρώπων, ένιωθε ότι επικοινωνούσε με το Θεό και διατηρούσε ζωντανή σχέση μαζί Του.

Έτσι, έχοντας ως μεσίτρια την Παναγία, απευθύνθηκε πολλές φορές στον Κύριο, με δάκρυα στα μάτια, για τη θεραπεία λεπρών και θαυματουργούσε, αφού οι πληγές στα σώματα, αλλά και στις ψυχές των ασθενών έκλειναν ξαφνικά, μετά τις δικές του παρακλήσεις.

Και αυτό γινόταν μ’ έναν φυσικό για τον ίδιο τρόπο, αφού το θέλημά του ήταν υποταγμένο στο θέλημα του Θεού.

H πείρα του ήταν βγαλμένη από τις θλίψεις του και από τις θλίψεις των λεπρών. Θεωρούσε, κάτι εμείς, που συχνά δεν αναγνωρίζουμε, πως οι παντοειδείς θλίψιες είναι ο κλήρος των πιστών. Κανείς δεν ανεβαίνει στον ουρανό με άνεση.

Ο αγώνας καρδιάς του αγίου είναι μια ευκαιρία να γίνει το πρότυπό μας, ώστε ανάλογα με τις δυνάμεις μας να κάνουμε εκείνο, που ταιριάζει στον εαυτό μας.