Μητροπολίτου Φαναρίου Ἀγαθαγγέλου,

Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας

τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

(από το Ευαγγέλιο και τους Πατέρες μας)

Ὅταν ἐξουσιάζεις, διακονεῖς.

-«Οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος·ὥσπερ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν».

-«Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς, ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑμῶν τοὺς πόδας, ὁ Κύριος καὶ ὁ Διδάσκαλος, καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας. Ὑπόδειγμα γὰρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα κα-θὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ποιῆτε».

Ὅταν διαλέγεσαι, ἀληθεύεις.

-«Ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν».

« Ἐστὶ κακὴ ὁμόνοια, καὶ καλὴ διαφωνία· ἐστὶ σχισθῆναι καλῶς, καὶ ὁμονοῆσαι κακῶς· οἷς γὰρ ἡ φιλία ἀπωλείας πρόξενος, τούτοις τὸ μῖσος ἀρετῆς ὑπόθεσις γίνεται· καὶ κρείσσων ἐμπαθοῦς ὁμο-νοίας, ἡ ὑπὲρ ἀπαθείας διάστασις· καλὸν τὸ εἰρηνεύειν πρὸς πάν-τας, ἀλλ᾿ ὁμονοοῦντας πρὸς τὴν εὐσέβειαν· ἡ γὰρ εἰρήνη μετὰ μὲν τοῦ δικαίου καὶ πρέποντος, κάλλιστόν ἐστι κτῆμα καὶ λυσι-τελέστατον, μετὰ δὲ κακίας, ἢ δουλείας ἐπονειδίστου, πάντων αἴ-σχιστόν τε καὶ βλαβερώτατον. Ἐπεὶ οὐδεὶς δύναται κτήσασθαι τὴν ἀγάπην τῶν πονηρῶν καὶ κακῶν, χωρὶς κακίας καὶ πονηρίας· μεγά-λη δὲ ἀρετὴ τοῦ δικαίου, ὅταν ἔχῃ τοὺς τοῦ Θεοῦ ἐχθρούς, ἐχθρούς· καὶ τοὺς αὐτοῦ φίλους, φίλους· ὥσπερ μεγάλη κακία ἁμαρτωλοῦ, ὅταν τοὺς τοῦ Θεοῦ φίλους ἔχῃ ἐχθρούς, καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ φίλους»1*.*

-«Ἀδύνατον αὐτὸς ποὺ κρατάει τὶς δικές του ἀπόψεις καὶ σκέψεις νὰ ὑποταχθεῖ ἢ νὰ συμμορφωθεῖ μὲ τὸ καλὸ τοῦ πλησίον του».

-«Ἕνας σοφός Γέροντας, στόν ὁποῖο πήγαιναν πολλοί γιά συμβου-λές, συνήθιζε νά λέγει: — Πόσο καλλίτερα θά ἦταν γιά μένα νά δι-δάσκομαι παρά νά κάνω τόν δάσκαλο στούς ἄλλους».

Ὅταν θεολογεῖς, ταπεινώνεσαι.

- «Ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ γεννᾶται ἡ ταπείνωση. Ἀπὸ τὴν ταπείνωσι γεν-νᾶται ἡ διάκριση. Περὶ αὐτοῦ ὁμιλεῖ πολὺ ἔξοχα καὶ βαθυστόχα-στα καὶ ὁ μέγας Κασσιανὸς στὸν λόγο του «περὶ διακρίσεως». Ἀπὸ τὴν διάκριση γεννᾶται ἡ διόραση καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἡ προόραση».

-«Ἐκεῖνος ποὺ ἕνωσε τελείως τὶς αἰσθήσεις του μὲ τὸν Θεό, μυστα-γωγεῖται στὴν θεολογία ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό. Ἐὰν ὅμως οἱ αἰσθή-σεις δὲν ἔχουν ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, εἶναι δύσκολο καὶ ἐπικίνδυνο νὰ θεολογεῖ κανείς».

Ὅταν πονᾶς, δέν ἐπιτίθεσαι.

-«Κύριος κρινεῖ λαούς. Κρῖνόν με, Κύριε, κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν ἀκακίαν μου ἐπ᾿ ἐμοί».

-«Ἡ πραότητα εἶναι μία ἀμετακίνητη κατάσταση τοῦ νοῦ, ποὺ παραμένει ἡ ἴδια καὶ στὶς τιμὲς καὶ στὶς περιφρονήσεις. Πραότητα σημαίνει τὸ νὰ προσεύχεσαι εἰλικρινῶς γιὰ τὸν πλησίον σου, χωρὶς νὰ ἐνοχλεῖσαι καθόλου ἀπὸ τὶς ταραχὲς ποὺ σοῦ προξενεῖ. Ἡ πρα-ότητα εἶναι βράχος ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἀφρισμένη θάλασσα, ποὺ ἀκλό-νητος διαλύει ὅλα τὰ κύματα, τὰ ὁποῖα τὸν κτυποῦν».

-«Εἶδα τρεῖς μοναχοὺς ποὺ ἐξυβρίσθηκαν συγχρόνως. Ὁ πρῶτος ἀπ᾿ αὐτοὺς δαγκώθηκε καὶ ταράχθηκε, ἀλλὰ δὲν ὡμίλησε. Ὁ δεύτερος χάρηκε γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ λυπήθηκε γιὰ τὸν ὑβριστή. Καὶ ὁ τρίτος ἀφοῦ ἀναλογίσθηκε τὴν ψυχικὴ βλάβη τοῦ ὑβριστοῦ ἔχυσε θερμὰ δάκρυα. Ἔτσι ἔχεις ἐμπρός σου τὸν ἐργάτη τοῦ φόβου, τὸν μισθωτὸ καὶ τὸν ἐργάτη τῆς ἀγάπης».

-«Οἱ ὕβρεις καὶ οἱ ἐξουδενώσεις καὶ τὰ παρόμοια εἶναι γιὰ τὴν ψυ-χὴ τοῦ ὑποτακτικοῦ σὰν τὴν πικρὴ ἀψιθιά».

Ὅταν διαφωνεῖς, δέν προσβάλλεις.

-«Τὰ ὑβριστικὰ λόγια προξενοῦν πολλοὺς χωρισμοὺς καὶ διασπά-σεις.

-«Ἄλλο πράγμα εἶναι τὸ νὰ ὑπερηφανεύεται κανείς, καὶ ἄλλο τὸ νὰ μὴν ὑπερηφανεύεται, καὶ ἄλλο τὸ νὰ ταπεινώνεται. Ὁ πρῶτος κα-θημερινά κρίνει τοὺς ἄλλους· ὁ δεύτερος δὲν κρίνει τοὺς ἄλλους, πλὴν ὅμως δὲν κατακρίνει καὶ τὸν ἑαυτό του· ὁ δὲ τρίτος, ἂν καὶ ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὴν καταδίκη, καταδικάζει ὁ ἴδιος συνεχῶς τὸν ἑαυτό του».

-«Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει γίνει ταπεινὸς βαθειὰ καὶ ἐσωτερικά, δὲν κλέ-πτεται καὶ δὲν ζημιώνεται ἀπὸ λόγους χειλέων. Διότι δὲν προφέ-ρει ἡ θύρα τοῦ στόματος ὅ,τι δὲν ἔχει ὁ θησαυρὸς τῆς καρδιᾶς».

Ὅταν συμφωνεῖς, δέν καυχᾶσαι.

-«Νὰ εἶσαι «σύννους», νά εἶσαι ἀφιλένδεικτος (νὰ μὴν ἀγαπᾶς δηλαδὴ νὰ ἐπιδεικνύεσαι), νὰ παρατηρεῖς τὴν καρδιά σου καὶ νὰ εἶσαι στραμμένος πρὸς αὐτὴν ὡσὰν μέσα σέ κάποια ἔκσταση, διότι οἱ δαίμονες φοβοῦνται τὴν «σύννοια». Εἶναι μεγάλη ἡ κακία τῶν ἐχθρῶν μας: Τὶς μητέρες τῶν ἀρετῶν τὶς μετατρέπουν σὲ μητέρες κακιῶν! Καὶ τὶς αἰτίες τῆς ταπεινώσεως τὶς κάνουν αἰτίες ὑπερηφα-νείας».

-«Ὑπερηφάνεια σημαίνει ἐσχάτη πτωχεία μιᾶς ψυχῆς ποὺ παρου-σιάζεται κατὰ φαντασίαν ὡς πλουσία, καὶ ποὺ νομίζει ὅτι ζεῖ στὸ φῶς, ἐνῷ εὑρίσκεται μέσα στὸ σκοτάδι. Ὄχι μόνο δὲν ἀφήνει τούτη ἡ μιαρὰ νὰ προοδεύει κάποιος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὑψηλὰ τὸν ρίχνει κά-τω».

Ὅταν παραπονεῖσαι, δέν μεμψιμοιρεῖς.

-«Πορευόμενος ἄμωμος καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην, λαλῶν ἀλή-θειαν ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ, ὃς οὐκ ἐδόλωσεν ἐν γλώσσῃ αὐτοῦ, οὐδὲ ἐποίησε τῷ πλησίον αὐτοῦ κακὸν καὶ ὀνειδισμὸν οὐκ ἔλαβεν ἐπὶ τοῖς ἔγγιστα αὐτοῦ».

-«Μὴν ἀσκεῖς τὴν «ἄλογο σιωπή» καὶ δημιουργεῖς ἔτσι ταραχὴ καὶ πικρία στοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνος ποὺ καθημερινὰ περιμένει τὸν θα-νατο εἶναι ὁπωσδήποτε δόκιμος καὶ σπουδαῖος ἀγωνιστής. Ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ τὸν ἐπιθυμεῖ κάθε ὥρα εἶναι ἅγιος».

Ὅταν διδάσκεις, δέν ἐνοχοποιεῖς.

-«Ἐὰν ὁ Λὼτ ἀναδείχθηκε δίκαιος, νομίζω πὼς ὀφείλεται στὸ ὅτι, ἐνῶ ζοῦσε ἀνάμεσα σὲ τόσο ἁμαρτωλούς, δὲν φάνηκε ποτὲ νὰ τοὺς κατακρίνει. Ἐὰν προσέξουμε, θὰ ἀντιληφθοῦμε τοὺς δαίμονες νὰ μᾶς πολεμοῦν μὲ ἕναν γελοῖο τρόπο: Ὅταν εἴμαστε χορτασμένοι, μᾶς δημιουργοῦν κατάνυξη, καὶ ἀντιθέτως, ὅταν νηστεύουμε, μᾶς σκληρύνουν. Ἐὰν θέλεις ἢ μᾶλλον νομίζεις ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέ-σεις τὸ κάρφος ἀπὸ τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ ἄλλου, πρόσεξε μήπως ἀντὶ ἰατρικῆς σμίλης χρησιμοποιήσεις κανένα δοκάρι, ὁπότε θὰ ἀνοίξεις ἢ θὰ καταστρέψεις ἐντελῶς τὸν ὀφθαλμό. Δοκάρι εἶναι ὁ βαρὺς λόγος καὶ οἱ ἀπρεπεῖς ἐξωτερικοὶ τρόποι. Ἐνῶ τὸ ἄλλο, (ἡ ἰατρικὴ σμίλη), εἶναι ἡ μὲ ἐπιείκεια διδασκαλία καὶ ὁ μὲ μακροθυμία καὶ καλωσύνη ἔλεγχος. Ὁ Ἀπόστολος λέγει «ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρα-κάλεσον».

-«Τίποτε ἄλλο δὲν δείχνει περισσότερο τὴν φιλανθρωπία καὶ ἀγα-θότητα τοῦ Πλάστου μας πρὸς ἐμᾶς, ὅσο τὸ ὅτι ἐγκατέλειψε τὰ ἐνε-νήκοντα ἐννέα πρόβατα γιὰ νὰ ἀναζητήσει τὸ «πεπλανημένον». Πρόσεχε λοιπὸν καὶ σύ, ὦ ἀξιοθαύμαστε, καὶ ὅλον σου τὸν ζῆλο, τὴν ἀγάπη, τὴν θέρμη, τὴν ἐπιμέλεια καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἱκεσία σου δεῖξε τα στὸν περισσότερο «πεπλανημένον καὶ συντετριμμέ-νον».

Ὅταν στερεῖσαι, μοιράζεσαι.

-«Ἀναβλέψας δὲ εἶδε τοὺς βάλλοντας τὰ δῶρα αὐτῶν εἰς τὸ γαζοφυ-λάκιον πλουσίους. Εἶδε δέ τινα χήραν πενιχρὰν βάλλουσαν ἐκεῖ δύο λεπτά, καὶ εἶπεν· ἀληθῶς λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχὴ αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλεν».

***-«***Νὰ γίνεσαι ὑπερβολικὰ ἐλεήμων καὶ συμπονετικός, σὺ ποὺ καλ-λιεργεῖς τὴν προσευχή. Διότι μὲ τὴν ἐλεημοσύνη οἱ μοναχοὶ «ἑκα-τονταπλασίονα λήψονται» στὴν παροῦσα ζωή. Καὶ τὸ ἑπόμενο τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, (δηλαδὴ τὸ «ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσουσι), θὰ τὸ ἀπολαύσουν στὸν μέλλοντα αἰώνα».

- «Ὁ ἀκτήμων εἶναι κύριος ὅλου τοῦ κόσμου. Ἔχει ἀναθέσει στὸν Θεὸ τὴν φροντίδα του, καὶ μὲ τὴν πίστη του αὐτὴ τοὺς ἔχει ὅλους δούλους του. Δὲν θὰ ὁμιλήσει σὲ ἄνθρωπο γιὰ ἀνάγκες του».

-«Ὁ ἀκτήμων ἄνθρωπος ἔχει καθαρὰ προσευχή, ἐνῶ ὁ φιλοκτήμων προσεύχεται ἔχοντας τὸν νοῦ του σὲ ὑλικὰ πράγματα. Στὸν Ἰὼβ δὲν ὑπῆρχε ἴχνος φιλαργυρίας· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν τὰ στερήθηκε ὅλα, ἔμεινε ἀτάραχος».

Ὅταν πλουτίζεις, ἐλεεῖς.

-«Οἶδα καί ταπεινοῦσθαι οἶδα καί περισσεύειν ἐν παντί καί ἐν πᾶ-σιν μεμύημαι καί χορτάζεσθαι καί πεινᾶν καί περισσεύειν καί ὑστερεῖσθαι, πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ».

-«Ἀγαθοποιει̃τε κα**ὶ δανίζετε μηδν πελπίζοντες κα ἔ**σται μι-σθός μω̃ν πολύς κα σεσθε υο ὑ**ψίστου τι αὐ**τςς χρηστός ἐ**στιν π τος χαρίστους κα πονηρούς. Γίνεσθε οκτίρμονες καθς κα**ὶ πατρ μῶν οἰ**κτίρμων ἐ**στίν».

- «Ὅποιος ἀπέκτησε ἀγάπη, διεσκόρπισε χρήματα. Ὅποιος ὅμως ἰσχυρίζεται πὼς συμβιβάζει στὴ ζωή του καὶ τὰ δυό, αὐτοαπατη-θηκε. Μὴν ἰσχυρίζεσαι ὅτι μαζεύεις χρήματα γιὰ τοὺς πτωχούς. Διότι δυὸ μόνο λεπτὰ ἀγόρασαν τὴν οὐράνιο βασιλεία».

-«Ἀρχὴ τῆς φιλαργυρίας, ἡ πρόφαση τῆς ἐλεημοσύνης. Τέλος δὲ αὐ-τῆς, τὸ μίσος πρὸς τοὺς πτωχούς. Ἕως ὅτου κάποιος συγκεντρώσει τὰ χρήματα, κάνει ἐλεημοσύνες. Ὅταν ὅμως τὰ συγκεντρώσει, σφίγ-γουν τὰ χέρια του. Ἡ ἀκτημοσύνη εἶναι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς φρο-ντίδες, ἀμεριμνία βίου, ὁδοιπορία ἀνεμπόδιστη, ἀποξένωση ἀπὸ τὴν λύπη, πίστη στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ».

Ὅταν συμβουλεύεις, δέν κοροϊδεύεις.

-«Ἐκεῖνος ποὺ κολακεύει εἶναι ὑπηρέτης τῶν δαιμόνων, ὁδηγὸς πρὸς τὴν ὑπερηφάνεια, ἐξολοθρευτὴς τῆς κατανύξεως, ἀφανιστὴς τῶν καλῶν ἔργων, ἀποπλανητὴς ἀπὸ τὸ σωστὸ δρόμο. «Οἱ μακαρί-ζοντες ὑμᾶς, λέγει ὁ προφήτης, πλανῶσιν ὑμᾶς».

-«Ἡ κενοδοξία εἶναι ὡς πρὸς μὲν τὴν μορφή, μεταβολὴ τῆς φυσικῆς τάξεως καὶ διαστροφὴ τῶν καλῶν ἠθῶν καὶ παρατήρηση παντὸς ἀξιομέμπτου πράγματος. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ποιότητα, σκορπισμὸς τῶν καμάτων, ἀπώλεια τῶν ἱδρώτων, δόλιος κλέπτης τοῦ θησαυροῦ, ἀπόγονος τῆς ἀπιστίας, πρόδρομος τῆς ὑπερηφανείας, ναυάγιο με-σα στὸ λιμάνι, μυρμήγκι στὸ ἁλώνι, ποὺ εἶναι μὲν μικρό, ἀλλὰ ἀπειλεῖ νὰ κλέψει ἀθόρυβα ὅλον τὸν καρπὸ καὶ τὸν κόπο τοῦ γεωρ-γοῦ. «Ἀποστραφήτωσαν παραυτίκα αἰσχυνόμενοι οἱ λέγοντές μοι· εὖγε, εὖγε πεποίηκας».

-«Οἱ μὲν ἔπαινοι ἐξυψώνουν καὶ δημιουργοῦν φυσίωση· ὅταν δὲ ἐξυψωθεῑ ἡ ψυχή, τὴν παραλαμβάνει τότε ἡ ὑπερηφάνεια καὶ «ἀνα-φέρει αὐτὴν ἕως τῶν οὐρανῶν καὶ καταφέρει ἕως τῶν ἀβύσσων».

-«Ὅταν ἐμεῖς ἐπιδιώκωμε μας τὴν δόξα καὶ ὅταν μόνη μας μᾶς στέλλεται ἀπὸ ἄλλους καὶ ὅταν ἐπιχειρήσουμε κάτι χάριν κενοδο-ξίας, τότε ἂς ἐνθυμηθοῦμε μας τὸ πένθος μας καὶ τὴν μετὰ συντρι-βῆς καὶ φόβου προσευχή μας, καὶ τότε ὁπωσδήποτε θὰ ἐκδιώξουμε τὴν ἀναίσχυντη κενοδοξία, ἐὰν βεβαίως καλλιεργοῦμε πραγματικὰ μέσα μας τὴν προσευχή».

Ὅταν ἀδικεῖσαι, ὑπομένεις.

-«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν -καὶ ἴασιν ταῖς πληγαῖς ὑμῶν- ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς – καὶ πταισμάτων μεγάλων ἰαματικὸς – ὑπάρ-χει».

-«Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν*».*

-«Ἐκεῖνος πού ὑπομένει ὅσα τόν θλίβουν, θά ἀποκτήσει τήν ἐλπίδα στόν Θεό. Ἡ μνησικακία εὑρίσκεται μακρυὰ ἀπὸ τὴν φυσικὴ καὶ αὐθόρμητη καὶ στερεωμένη ἀγάπη. Ἡ ἀμνησικακία εἶναι ἀπόδειξη τῆς γνησίας μετανοίας. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ διατηρεῖ τὴν ἔχθρα καὶ νο-μίζει ὅτι ἔχει μετάνοια, ὁμοιάζει μ᾿ αὐτὸν ποὺ τοῦ φαίνεται στὸν ὕπνο του ὅτι τρέχει».

-«Ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδὸν δικαίων, καὶ ὁδὸς ἀσεβῶν ἀπολεῖται».

Ὅταν πειράζεσαι, προσεύχεσαι.

-«Ἐν τῷ ἐπικαλεῖσθαί με εἰσήκουσάς μου, ὁ Θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου· ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με, οἰκτείρησόν με καὶ εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου».

-«Ἀπὸ τοῦτα τὰ τέσσερα ἔχει πιὸ πολὺ ἀνάγκη ἡ ψυχή, ἔλεγε κάποιος Γέροντας: Νὰ φοβᾶται τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, νὰ μισεῖ τὴν ἁμαρτία, ν᾿ ἀγαπᾶ τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ προσεύχεται ἀδιαλείπτως».

Ὅταν ὀργίζεσαι, δακρύζεις ὄχι μέ τό ἄχαρο δάκρυ τῆς κενοδοξίας.

-«Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω».

-«Ἐὰν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὀνομάζεται καὶ εἶναι «εἰρήνη ψυχῆς», ἐνῷ ἡ ὀργὴ «ταραχὴ καρδίας», τότε ὁπωσδήποτε τίποτε ἄλλο δὲν ἐμπο-δίζει τὴν παρουσία Του μέσα μας ὅσο ὁ θυμός».

-«Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὀργίζεται δὲν εἶναι δεκτὸς ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀκόμα κι ἂν ἀναστήσει νεκρό».

Ὅταν λοιδορεῖσαι, συγχωρεῖς.

-«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι».

-«Ἐάν δέ ἁμαρτήσῃ εἰς σέ ὁ ἀδελφός σου, ἐπιτίμησον αὐτῷ. Καί ἐάν μετανοήςῃ, ἄφες αὐτῷ. Καί ἐάν ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἁμαρτήσῃ εἰς σέ καί ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἐπιστρέψῃ πρός σέ λέγων, μετανοῶ, ἀφή-σεις αὐτῷ».

-«Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος. Ἐάν δέ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν».

-«Τότε προσελθών αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμέ ὁ ἀδελφός μου καί ἀφήσω αὐτῷ; ἕως ἑπτάκις; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ'ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά».

Ὅταν λαθέψεις, ζητᾶς συγγνώμη.

-«Μετάνοια σημαίνει ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος. Μετάνοια σημαί-νει συμφωνία μὲ τὸν Θεὸ γιὰ νέα ζωή. Μετάνοια σημαίνει θυγα-τέρα τῆς ἐλπίδος καὶ ἀποκήρυξη τῆς ἀπελπισίας. Μετάνοια σημαί-νει καθαρισμὸς τῆς συνειδήσεως. Μετάνοια σημαίνει θεληματικὴ ὑπομονὴ ὅλων τῶν θλιβερῶν πραγμάτων».

-«Ὅταν δύο ἄνθρωποι πικραθοῦν μεταξύ τους καί τούς κρατάει ὁ σατανᾶς μακριά, μπαίνει ὁ Χριστός στή μέση καί βάζει μιά ἀνθο-δέσμη ἀνάμεσά τους, τήν ἀνθοδέσμη τοῦ εἰρηνοποιοῦ. Μήν περι-μένεις νά σοῦ πάρει ὁ ἄλλος τό βραβεῖο (τήν ἀνθοδέσμη). Τρέξε ἐσύ πρῶτα, ζήτησε συγγνώμη ἀπό τόν ἄλλον καί ἅρπαξε τήν ἀνθοδ-σμη».

Ὅταν γίνεται θόρυβος, σιωπᾶς.

-«Ἡ πολυλογία εἶναι ἡ καθέδρα τῆς κενοδοξίας. Καθισμένη ἐπάνω της ἡ κενοδοξία προβάλλει καὶ διαφημίζει τὸν ἑαυτό της. Ἡ πολύ-λογία εἶναι σημάδι ἀγνωσίας, θύρα τῆς καταλαλιᾶς, ὁδηγὸς στὰ εὐτράπελα, πρόξενος τῆς ψευδολογίας, σκορπισμὸς τῆς κατανύξε-ως. Εἶναι αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖ καὶ ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀκηδία. Εἶναι πρόδρομος τοῦ ὕπνου, διασκορπισμὸς τῆς «σύννοιας», ἀφανισμὸς τῆς φυλακῆς τοῦ νοός, ἀπόψυξη τῆς πνευματικῆς θερμότητος, ἀμαύρωση τῆς προσευχῆς. Ὅποιος ἐγνώρισε τὰ παραπτώματά του, χαλιναγώγησε τὴ γλῶσσα του, ἐνῶ ὁ πολύλογος δὲν ἐγνώρισε ἀκό-μη καθὼς πρέπει τὸν ἑαυτό του. Ὁ φίλος τῆς σιωπῆς προσεγγίζει τὸν Θεὸ καὶ συνομιλώντας μυστικὰ μαζί Του φωτίζεται ἀπὸ Αὐ-τόν. Ἡ σιωπὴ τοῦ Ἰησοῦ δημιούργησε στὸν Πιλᾶτο σεβασμό. Καὶ ἡ ἠρεμία καὶ ἡ σιωπὴ ἑνὸς (ταπεινοῦ) ἀνδρὸς καταργεῖ τὴν κενόδο-ξη καυχησιολογία ἑνὸς ἄλλου».

-«Ὁ Πέτρος, ἐπειδὴ μίλησε, ἔκλαυσε πικρά. Λησμόνησε ἐκεῖνον ποὺ εἶπε: «Εἶπα, φυλάξω τὰς ὁδούς μου, τοῦ μὴ ἁμαρτάνειν με ἐν γλώσ-σῃ μου». Καὶ τὸν ἄλλον ποὺ εἶπε: «Κρεῖσσον πεσεῖν ἀπὸ ὕψους εἰς γῆν ἢ ἀπὸ γλώσσης».

Πάνυ δέ τεθαύμακα τήν θρασύτητα τῶν τολμώντων λαλεῖν κατά τοῦ ἀγαπητοῦ ἡμῶν, τοῦ ἀληθοῦς Θεοῦ δούλου Βασιλείου τοῦ ἐπι-σκόπου, ἐκ γάρ τῆς τοιαύτης φλυαρίας ἐλέγχεσθαι δυνήσονται ὡς οὐδέ τῶν Πατέρων ἀγαπῶντες τήν ὁμολογίαν…»2*.*

Ὅταν φοβᾶσαι, ἀγαπᾶς.

-«Ἐπείνασα γάρ, καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καί ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καί συνηγάγετέ με, γυμνός καί περιεβάλετέ με, ἠσθέ-νησα καί ἐπεσκέψασθαί με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καί ἤλθετε πρός με».

-«Εἶδες τόν ἀδελφόν σου; Εἶδες τόν Θεόν σου».

-«Τὰ τρία τὰ ὁποῖα σφίγγουν καὶ διατηροῦν τὸν σύνδεσμο ὅλων εἶναι πίστη, ἐλπίδα, ἀγάπη· «μείζων δὲ πάντων ἡ ἀγάπη», διότι καὶ ὁ Θεὸς ἀγάπη ὀνομάζεται».

-«Ἡ ἀγάπη κυρίως εἶναι ἡ ἀπόρριψη κάθε ἐχθρικῆς καὶ ἀντιθέτου σκέψεως, ἐφ᾿ ὅσον «ἡ ἀγάπη οὐ λογίζεται τὸ κακόν». Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀπάθεια καὶ ἡ υἱοθεσία μόνο στὴν ὀνομασία διαφέρουν. Ὅπως ταυτίζεται ἡ ἐνέργεια στὸ φῶς, στὴν φωτιὰ καὶ στὴν φλόγα, ἔτσι νὰ σκέπτεσαι ὅτι συμβαίνει καὶ σ᾿ αὐτές. Ὅσο ποσὸν ἀγάπης λεί-πει, τόσο ποσὸν φόβου ὑπάρχει».

-«Ἡ ἀγάπη χορηγεῖ τὴν χάρη τῆς προφητείας, ἡ ἀγάπη παρέχει τὴν δύναμη τῆς θαυματουργίας, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἄβυσσος τῆς θείας ἐλλάμψεως, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ θεϊκοῦ πυρὸς – ὅσο περισσό-τερο πῦρ ἀναβλύζει, τόσο περισσότερο καταφλέγει ἐκεῖνον ποὺ διψᾶ. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ στάση καὶ ἡ ἑδραίωση τῶν Ἀγγέλων, ἡ πρόοδος στοὺς αἰῶνες ὅλων τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ».

Ὅταν κλαῖς, ἀτενίζεις τόν Σταυρό.

-«Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν».

-«Ἅ**πλωσα τά χέρια μου καί ἀφιερώθηκα στόν Κύριο, γιατί τό ἅ-πλωμα τῶν χεριῶν μου εἶναι τό σημεῖο του, ἡ ἐπέκταση τοῦ ξύλου, ἐπί τοῦ ὁποίου κρεμάσθηκε καθ’ ὁδόν ὁ δίκαιος».

Ὁ σταυρός σου Κύριε, ζωή καί ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου».

1 Ἰωσήφ Βρυέννιος.

2 Μεγάλου Ἀθανασίου, P.G. 26, 1168.

[](#)[](#)