«Βράζουν» έως και στους 38 βαθμούς Κελσίου τα ελληνικά σπίτια - Τι αποκαλύπτει έρευνα της Greenpeace

Σε σπίτια που μετατρέπονται σε φούρνους το καλοκαίρι και δεν αποφορτίζονται θερμοκρασιακά ούτε τις νυχτερινές ώρες είναι καταδικασμένοι να ζουν οι Έλληνες, οι οποίοι εν μέσω κλιματικής κρίσης και με τις δαπάνες για ενέργεια να αυξάνονται συνεχώς, έχουν «εγκλωβιστεί» σε κατοικίες που αδυνατούν να θερμάνουν τον χειμώνα και να ψύξουν το καλοκαίρι.

Όπως αποκαλύπτει έρευνα που πραγματοποίησε η Greenpeace μαζί με το Ελληνικό Ινστιτούτο Παθητικού Κτιρίου, τα σπίτια στην Ελλάδα καταγράφουν τα καλοκαίρια θερμοκρασίες έως και 38 βαθμών Κελσίου, με τη θερινή ενεργειακή φτώχεια να πλήττει όλο και περισσότερους πολίτες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣΕλλάδα | 16.07.2026 19:36 Οι πιέσεις των κατοίκων φέρνουν το ΤΕΕ στην Κυψέλη για ελέγχους των ρηγματώσεων εξαιτίας του Μετρό

Στη μεγάλη πλειονότητα των σπιτιών οι εσωτερικές θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 28 και 31 βαθμών, πολύ πάνω από το όριο θερμικής άνεσης των 25°C, ενώ στις αμόνωτες κατοικίες η θερμοκρασία παραμένει ακόμη και τη νύχτα πάνω από 28 - 30°C, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα δροσισμού, καθώς τα κτίρια δεν αποβάλλουν τη θερμότητα που συσσωρεύουν μέσα στην ημέρα, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να μην μπορούν να ανακουφιστούν ούτε τις ώρες που κανονικά θα έπρεπε να ξεκουράζονται.

Παράλληλα, η υπερθέρμανση αποδείχτηκε ότι συνοδεύεται από υψηλές συγκεντρώσεις CO?, έντονες ημερήσιες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας και σε πολλές περιπτώσεις υψηλή υγρασία, συνθέτοντας ένα περιβάλλον επιβαρυμένο τόσο θερμικά όσο και υγιειονομικά.

Αθήνα

Όπως προκύπτει από την έρευνα, τα ελληνικά σπίτια έχουν πάψει προ πολλού να αποτελούν καταφύγιο δροσισμού με τους ενοίκους τους να μην μπορούν να καταφύγουν στη χρήση του κλιματιστικού ακόμα και όταν το διαθέτουν ζώντας με τον εφιάλτη των λογαριασμών ρεύματος. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση παθητικής κατοικίας στον Ταύρο που ερευνήθηκε, οι ένοικοι της οποίας απέφευγαν να χρησιμοποιήσουν τα συστήματα ψύξης υπό τον φόβο της μεγάλης κατανάλωσης ρεύματος, καταλήγοντας τελικώς να μην επωφελούνται από το αναβαθμισμένο κέλυφος του κτιρίου τους.

Η έκθεση «Κατοικίες σε κλιματική κρίση: Η θερινή ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα», η οποία βασίζεται σε έρευνα πεδίου του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου (ΕΙΠΑΚ), πραγματοποιήθηκε σε 29 κατοικίες, σε έξι διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές της χώρας (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Κοζάνη, Κρήτη, Λάρισα), καταγράφοντας για πρώτη φορά πραγματικές συνθήκες διαβίωσης κατά τους θερινούς μήνες. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, αλλά εκτείνεται σε μεγάλο μέρος του οικιστικού αποθέματος της χώρας, το οποίο κατασκευάστηκε χωρίς επαρκή θερμική προστασία.

Από τα συγκεκριμένα δεδομένα γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι παρόλο που για πολλά χρόνια η δημόσια συζήτηση γύρω από την ενεργειακή φτώχεια επικεντρωνόταν σχεδόν αποκλειστικά στον χειμώνα και στη δυσκολία θέρμανσης των κατοικιών, πλέον υπάρχει και η αντίστροφη όψη του ίδιου προβλήματος. Η θερινή ενεργειακή φτώχεια δεν αφορά μόνο την απουσία κλιματισμού, αλλά κυρίως την αδυναμία των ίδιων των κατοικιών να συγκρατήσουν τις εξωτερικές θερμοκρασίες σε ασφαλή επίπεδα.

Θεσσαλονίκη

Οι αμόνωτες κατοικίες οι μεγαλύτερες θερμικές παγίδες

Βάσει των ευρημάτων, οι αμόνωτες κατοικίες, οι οποίες αποτελούν την πλειονότητα των σπιτιών στη χώρα, αναδεικνύονται ως η πλέον ευάλωτη κατηγορία απέναντι στους καύσωνες. Η έλλειψη θερμομόνωσης επιτρέπει στη θερμότητα να εισχωρεί εύκολα στο εσωτερικό των κτιρίων και να παραμένει εκεί για πολλές ώρες, ακόμη και όταν η εξωτερική θερμοκρασία έχει αρχίσει να υποχωρεί. Το αποτέλεσμα είναι οι κατοικίες να μετατρέπονται σε χώρους με υψηλό θερμικό φορτίο, όπου η παραμονή γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη, ειδικά για όσους αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν συστηματικά κλιματισμό.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι ερωτηθέντες κάτοικοί τους απάντησαν σε ποσοστό 70% ότι η κατοικία είναι «πολύ ζεστή» ή «υπερθερμαίνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα», γεγονός που τους οδηγεί να κρατούν τα παντζούρια κλειστά για να περιορίσουν την είσοδο θερμότητας. Αντίστοιχο ποσοστό (περίπου 70%) ανέφερε ότι οι εσωτερικές συνθήκες προκαλούν θερμική δυσφορία με το 28,6% να βιώνει κυρίως σωματικά συμπτώματα (πονοκέφαλο, κόπωση), το 14,3% ψυχική επιβάρυνση, ενώ άλλο 28,6% δηλώνει συνδυασμό σωματικής και ψυχικής δυσφορίας.

Ως αποτέλεσμα, η θερμική άνεση αξιολογείται χαμηλά, με το 42,8% να τη βαθμολογεί με 3/10, το 28,6% με 4/10 και το 28,6% με 7/10. Παρομοίως, η ποιότητα ύπνου επηρεάζεται σημαντικά, καθώς σχεδόν το 70% τη βαθμολογεί κάτω από τη βάση, ενώ το 30% δίνει υψηλότερες βαθμολογίες (8–9/10). Όσον αφορά την αντιλαμβανόμενη ποιότητα αερισμού, αυτή είναι μοιρασμένη. Το 43% των κατοίκων δηλώνουν λίγο δυσαρεστημένοι, το 14,3% ουδέτεροι και το 43% ικανοποιημένοι.

Greenpeace

Η έρευνα, πάντως, ξεκαθαρίζει ότι η προσαρμογή των κατοικιών στις νέες κλιματικές συνθήκες δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε με αποσπασματικές παρεμβάσεις ούτε με τη διαρκή αύξηση της χρήσης κλιματιστικών. Αντίθετα, απαιτούνται ολοκληρωμένες και σωστά σχεδιασμένες ανακαινίσεις, που θα αντιμετωπίζουν συνολικά τη θερμική συμπεριφορά των κτιρίων.

Ξεχωριστή μνεία γίνεται στις διαδοχικές εκδόσεις των προγραμμάτων «Εξοικονομώ» που αποτελούν το βασικό εργαλείο πολιτικής των τελευταίων 15 ετών με τους ερευνητές να σημειώνουν ότι το αποτέλεσμά τους αφορά συνήθως «ρηχές ανακαινίσεις». Να σημειωθεί ότι από το 2007 έως σήμερα, μέσα από τους διαφορετικούς κύκλους του προγράμματος, έχουν πραγματοποιηθεί παρεμβάσεις σε περισσότερες από 140.000 κατοικίες, ενώ οι πιο πρόσφατες δράσεις στοχεύουν σε άλλες 115.000 περίπου. «Παρά την ευρεία συμμετοχή και τη σημαντική ζήτηση, το μεγαλύτερο μέρος των παρεμβάσεων εξακολουθεί να αφορά σχετικά ρηχές ανακαινίσεις, με ανεπαρκή επίδραση στη θερμική συμπεριφορά του κελύφους και στην αντιμετώπιση των συνθηκών υπερθέρμανσης. Επιπλέον, ο τρόπος σχεδιασμού δεν λαμβάνει υπόψη τα ουσιαστικά εμπόδια συμμετοχής πολλών νοικοκυριών, όπως το οικονομικό κόστος, την ιδιοκτησιακή πολυπλοκότητα και την ανασφάλεια για τη δική τους συμμετοχή στο έργο ή συνεχίζει να μην στοχεύει σε ολόκληρες πολυκατοικίες, όπου η ολιστική παρέμβαση θα οδηγούσε σε πολύ καλύτερο ενεργειακό και κοινωνικό αποτύπωμα», επισημαίνεται στην έρευνα.

Greenpeace: Η κατοικία είναι πλέον ζήτημα δημόσιας υγείας

Η Greenpeace συνδέει ευθέως τα συμπεράσματα της έρευνας με τις ευρύτερες κοινωνικές και κλιματικές εξελίξεις. Όπως σημειώνει η υπεύθυνη προγραμμάτων του Ελληνικού Γραφείου της Greenpeace, Μυρτώ Πισπίνη, η χώρα χρειάζεται μια νέα πολιτική για τα κτίρια, η οποία να ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στη στεγαστική και στην κλιματική κρίση: «Χρειαζόμαστε μία νέα πολιτική για τα κτίρια της χώρας στην εποχή της στεγαστικής και κλιματικής κρίσης. Μία ολοκληρωμένη προσέγγιση που να διασφαλίζει πρόσβαση σε ασφαλή και ποιοτική κατοικία. Όχι για μερικές εκατοντάδες εύπορους στο Ελληνικό, αλλά για όλους τους κατοίκους της χώρας».

Η ίδια υπογραμμίζει ότι το ζήτημα έχει πλέον αποκτήσει διαστάσεις δημόσιας υγείας, κοινωνικής προστασίας και προσαρμογής στην κλιματική κρίση: «Όσο καθυστερούμε να λάβουμε μέτρα, εκατομμύρια πολίτες θα εξακολουθούν να ζουν σε σπίτια που το καλοκαίρι μετατρέπονται σε θερμικές παγίδες», αναφέρει.

Οι συνέπειες είναι πολυδιάστατες και ξεκινούν από την αδυναμία ανάπαυσης και ύπνου, τη μειωμένη παραγωγικότητα και τη δυσκολία συγκέντρωσης, ενώ είναι γνωστό πως οι υψηλές θερμοκρασίες επιδεινώνουν καρδιαγγειακές και αναπνευστικές παθήσεις, αλλά και άλλα υποκείμενα νοσήματα όπως ο διαβήτης ή η νεφρική ανεπάρκεια, κάτι που σημαίνει πως μεγιστοποιούν τις πιθανότητες αύξησης των προβλημάτων υγείας και της θνησιμότητας κατά τους θερινούς μήνες.

Σημαντικές είναι και οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, καθώς η παρατεταμένη ζέστη συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα άγχους, εξάντλησης, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με αυξημένη επιβάρυνση ψυχικών διαταραχών. «Για τους ηλικιωμένους, τα μικρά παιδιά, τα άτομα με μειωμένη κινητικότητα ή με χρόνια νοσήματα, η παραμονή σε ένα υπερθερμασμένο σπίτι μπορεί να γίνει συνθήκη με σοβαρές και πολυδιάστατες επιπτώσεις στην υγεία», σημειώνουν οι ερευνητές.

Εκτιμούν ότι η επόμενη πενταετία αποτελεί σημαντική ευκαιρία για τη χώρα, καθώς το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το νέο Εθνικό Σχέδιο Ανακαίνισης Κτιρίων και οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τα κτίρια και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μιας νέας πολιτικής που θα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τη στεγαστική κρίση, την ενεργειακή φτώχεια και την κλιματική κρίση.

Στα συμπεράσματα της έρευνας αναφέρθηκε και ο επικεφαλής του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου, Στέφανος Παλλαντζάς εξηγώντας ότι «όσο παλαιότερο είναι το κτίριο, τόσο περισσότερο εδραιώνεται η ενεργειακή φτώχεια σε αυτό».

Προσθέτει ότι μόνο οι ριζικές ανακαινίσεις μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών. Κατά τον ίδιο, το παθητικό κτίριο δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη διαθέσιμη επιλογή, αλλά τον δρόμο για την εξασφάλιση πραγματικής θερμικής άνεσης: «Νομίζω πως γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι το παθητικό κτίριο δεν αποτελεί απλώς μια λύση ανάμεσα στις πολλές, αλλά είναι μονόδρομος για να εξασφαλίσουμε πραγματική θερμική άνεση και ευημερία για όλους», κατέληξε.


Ακίνητα

Τα σχολιά σας δημοσιεύονται άμεσα με δική σας ευθύνη. Το ΕΘΝΟΣ θα παρεμβαίνει και τα προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονταικαταχώρησηΔιαβάστε ακόμη

Το βίντεο ντοκουμέντο μέσα από τη Marfin την ώρα της επίθεσης και οι φωτογραφίες που έχει η ΕΛΑΣ

37d4260e-cf8c-4dfc-a66e-4cd7f35a300d.jpg

Στο «κόκκινο» ο υδράργυρος με καυτό διήμερο - Πού θα «χτυπήσουν» 40άρια

bb9092b8-303a-4a04-b491-4f1fe96cb8c8.jpg

Τραγικό τέλος για αγνοούμενο μοντέλο: Βρέθηκε νεκρό σε τεχνητή λίμνη στην Πολωνία

7716ec29-8fe7-4934-9e67-6a9c68d9e940.jpg

Φίδια για... πίτσα: Το εστιατόριο που δίνει δωρεάν φαγητό αν παραδώσεις πύθωνες - «Έχει γίνει μόδα»

f9b6dcc9-16a8-4aa6-8309-228a452497e0.jpg