Στις 23 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα οι επικεφαλής των θεσμών – Στήριξη από Μοσκοβισί στο αίτημα για χαμηλότερα πλεονάσματα – Έρχεται επικαιροποιημένη ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, που θα ενισχύει τα επιχειρήματα της κυβέρνησης

Διπλή κρίσιμη μάχη για την 4η μεταμνημονιακή αξιολόγηση και τη μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα ετοιμάζεται να δώσει η κυβέρνηση. Από τα τέλη Αυγούστου οι εξ αποστάσεως διαβουλεύσεις με τα στελέχη των θεσμών θα πυκνώσουν, ενώ τα τεχνικά κλιμάκιά τους θα επιστρέψουν στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου και μία εβδομάδα αργότερα θα ακολουθήσουν οι επικεφαλής. Όσον αφορά στο αίτημα για χαμηλότερα πλεονάσματα, θα τεθεί στις συναντήσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, τον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν και τον Ολλανδό πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε στα τέλη του τρέχοντος μηνός και στις αρχές Σεπτεμβρίου.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η ελληνική κυβέρνηση θα έχει σύμμαχό της στη μάχη για τα πρωτογενή πλεονάσματα τον απερχόμενο Επίτροπο Οικονομικών Πιέρ Μοσκοβισί. Η 4η έκθεση ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας, η οποία θα είναι η τελευταία που θα συνταχθεί υπό την εποπτεία του, αναμένεται να περιλαμβάνει επικαιροποιημένη ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους, όπου θα επιβεβαιώνεται ότι, χάρη στη δραστική μείωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, η χώρα μας δεν χρειάζεται πλέον πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5% του ΑΕΠ για να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της.

«Η Κομισιόν δεν υποστήριξε ποτέ τα πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ για πάντα. Ξέρουμε ότι κάποια στιγμή κάτι πρέπει να γίνει, αλλά εξαρτάται από τη μείωση του χρέους και τις μεταρρυθμίσεις. Θα συζητηθεί εν ευθέτω χρόνω και η Κομισιόν θα είναι στο πλευρό της Ελλάδας», δήλωσε ο κ. Μοσκοβισί πριν από δύο εβδομάδες στην εφημερίδα «Τα Νέα». Επισημαίνεται πως τον Ιούνιο του 2018, όταν το Eurogroup καθόρισε τον στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ μέχρι και το 2022, η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου άγγιζε το 4,4%, ενώ χθες έκλεισε στο 2,056%.

Ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας τόνισε χθες ότι «η βελτίωση του κόστους δανεισμού της Ελλάδας από τις αγορές επηρεάζει θετικά την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους. Και αυτό είναι ένα στοιχείο που ενισχύει τα επιχειρήματά μας για μείωση των στόχων ως προς το πρωτογενές πλεόνασμα σε επίπεδα κάτω του 3,5% του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια».

Οι αποφάσεις για τα πρωτογενή πλεονάσματα θα ληφθούν, βεβαίως, στο Eurogroup, όπου τον έλεγχο έχουν η Γερμανία και οι «δορυφόροι» της. Γι’ αυτό, ο κ. Μητσοτάκης θα επιδιώξει να χτίσει γέφυρες με την κ. Μέρκελ κατά τη συνάντησή τους στο Βερολίνο στις 29 Αυγούστου και με τον κ. Ρούτε στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου. Εξάλλου, μεθαύριο ο πρωθυπουργός θα συναντηθεί στο Μέγαρο Μαξίμου με τον Γάλλο υπουργό Οικονομικών Μπρουνό Λεμέρ και προβλέπεται να ακολουθήσει τετ-α-τετ με τον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν στο Παρίσι.

Τεχνικές διαβουλεύσεις τον Σεπτέμβριο

Σε τεχνικό επίπεδο η αυλαία των διαβουλεύσεων με τους Ευρωπαίους για τον προϋπολογισμό του 2020 και τα προαπαιτούμενα της 4ης μεταμνημονιακής αξιολόγησης θα ανοίξει με το EuroWorking Group της 5ης Σεπτεμβρίου. Μία ημέρα νωρίτερα θα ανακοινωθούν τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για την ανάπτυξη του Β΄ τριμήνου της φετινής χρονιάς, τα οποία θα παίξουν ρόλο-κλειδί στις συζητήσεις με τους θεσμούς.

O υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας θα περάσει τις πρώτες «εξετάσεις» από τους ομολόγους του στην ευρωζώνη στο Eurogroup της 13ης Σεπτεμβρίου, που θα πραγματοποιηθεί στο Ελσίνκι της Φινλανδίας. Τρεις ημέρες αργότερα τα τεχνικά κλιμάκια των θεσμών θα ξαναπιάσουν δουλειά στην Αθήνα και θα ακολουθήσουν οι επικεφαλής τους στις 23 του μήνα, με βασική αποστολή να εξετάσουν το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού του 2020 (πρέπει να κατατεθεί στη Βουλή στις 7 Οκτωβρίου) με τις φοροελαφρύνσεις που σχεδιάζει να ενσωματώσει σε αυτό η κυβέρνηση, καθώς και την πορεία εφαρμογής των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων.

Ο κ. Σταϊκούρας έχει προαναγγείλει τη μείωση του φορολογικού συντελεστή για τα επιχειρηματικά κέρδη του 2019 από το 28% στο 24%, ενώ, ανάλογα με το δημοσιονομικό περιθώριο που θα διαμορφωθεί, στόχος της κυβέρνησης είναι να συμπεριλάβει στο φορολογικό νομοσχέδιο το οποίο θα κατατεθεί στη Βουλή τον Σεπτέμβριο σειρά πρόσθετων ελαφρύνσεων είτε για το 2020 είτε σταδιακά, σε ορίζοντα τετραετίας (μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα από 22% σε 9% και αλλαγές στη φορολογική κλίμακα χωρίς να μειωθεί το αφορολόγητο όριο, το οποίο αντιθέτως σχεδιάζεται να αυξηθεί σε συνάρτηση με τον αριθμό των τέκνων, περαιτέρω μείωση του ΕΝΦΙΑ, αναστολή του ΦΠΑ στην οικοδομική δραστηριότητα για μια τριετία, αναστολή του φόρου υπεραξίας για τρία χρόνια, μείωση του φόρου στα μερίσματα από 10% σε 5%, σταδιακές μειώσεις στον ΦΠΑ και στη φορολογία των εισοδημάτων από ακίνητα κ.ά.).

Προκειμένου να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο για φοροελαφρύνσεις, η κυβέρνηση σχεδιάζει να μειώσει σε ρεαλιστικά επίπεδα τις οροφές δαπανών, που εμφανίζονταν φουσκωμένες επί των ημερών της προηγούμενης κυβέρνησης και να εξοικονομήσει πόρους από την επισκόπηση δαπανών στα υπουργεία και του φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Επιπλέον προσβλέπει σε πρόσθετα έσοδα από τις βελτιώσεις στη ρύθμιση των 120 δόσεων, από την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και την τόνωση των επενδύσεων. Πρόσθετη ανάσα μπορεί να δοθεί εφόσον προχωρήσει η πρόταση να προσμετρώνται στο εξής στο πρωτογενές πλεόνασμα οι επιστροφές κερδών από τα ελληνικά ομόλογα, οι οποίες φθάνουν τα 1,3 δισ. ευρώ ετησίως.

Στο μικροσκόπιο των τεχνοκρατών των ευρωπαϊκών θεσμών θα μπουν επίσης οι μεγάλες εκκρεμότητες που άφησε πίσω της η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όπως η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, η «καυτή πατάτα» της ΔΕΗ, η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες, η μείωση των «κόκκινων» δανείων κ.ά.

Η 4η έκθεση ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας αναμένεται να είναι έτοιμη τον Οκτώβριο, όπως και η έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα με βάση το άρθρο 4 του καταστατικού του.