Γράφει ο π. Γεώργιος Αντζουλάτος

Κληρικός Ι.Μ. Γλυφάδας

Διψασμένος για πνευματικές εμπειρίες, ήλθε στην Αθήνα ως φοιτητής. «Τί να ζητάει επαρχιώτης στην Ομόνοια, μες στο ψιλόβροχο;» θα αναρωτιόταν ο Σαββόπουλος.

Εκείνος αναζητούσε ένα πετραχείλι να ακουμπήσει την ψυχή του, τις αμαρτίες του, τα όνειρά του. Αναζητούσε επίσης ευκαιρίες εορταστικές, που θα ενδυνάμωναν την απόφασή του για το δρόμο της Ιερωσύνης.

Έτσι παραβρέθηκε στο Ναό της Αγίας Αικατερίνης στα Πετράλωνα, στην χειροτονία ενός φέρελπι ιεροσπουδαστή και ζηλωτή της εκκλησιαστικής ζωής, του Γιάννη Παπακώστα.

Η συναναστροφή του με τον ιεροπρεπή Διάκονο οδήγησε τα βήματά του στον πατέρα Πέτρο, του οποίου η ποιμαντική δραστηριότητα στην Αγία Ζώνη Κυψέλης μαρτυρούσε άνδρα τίμιο, συνετό, πεπειραμένο.

Και όταν ήλθε η ώρα της χειροτονίας του, ο νεοεισερχόμενος στις τάξεις του κλήρου κλήθηκε να διακονήσει στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Αχαρνών‧ όχι τυχαία, αφού το αίτημα είχε υποβάλει ο εκ Καρδίτσης καταγόμενος κληρικός, που υπηρετούσε εκεί πλέον ως ιερατικώς προϊστάμενος.

Ο νεοχειροτονηθείς, γεννημένος και αναθρεμμένος σε μια νησιωτική φιλήσυχη κοινωνία, κολυμπά τώρα στα βαθιά νερά μιας πολύβουης Αθηναϊκής Ενορίας και ζει καθημερινά καταστάσεις -μαθήματα ποιμαντικής, για έναν άπειρο εργάτη του Αμπελώνα. Γιατί μπορεί ο Χριστός να προσκαλεί τους ιερείς του, αλλά χρειάζονται πεπαιδευμένοι «αμπελουργοί» για την πνευματική καρποφορία των ψυχών.

Εκεί λοιπόν, στην Ενορία των Κάτω Πατησίων, γνώρισε από κοντά τον Αρχιμανδρίτη του Ναού, συνδέθηκε συν-αδελφικά και αδελφικά μαζί του και ωφελήθηκε τα μέγιστα από τις πνευματικές νουθεσίες του.

Δέχθηκε την απεριόριστη καλοσύνη του, απόλαυσε τη χαρά της συλλειτουργίας του, εντυπωσιάσθηκε από τα φλογερά του κηρύγματα, έζησε την εμπειρία της ενοριακής συνάντησης.

Τον παρακολουθούσε να λειτουργεί σε κάθε ευκαιρία, να εξομολογεί τα περισσότερα απογεύματα, να συγκεντρώνει τη νεολαία κάθε Πέμπτη, να τελεί αγρυπνίες σε μνήμες Αγίων και μεγάλες γιορτές, να οργανώνει ιερά προσκυνήματα σε μοναστήρια.

Και πάντα να ενεργεί με ευγένεια, ανιδιοτέλεια, θυσία, αφιλοχρηματία και κυρίως αρχοντιά. Εκεί, στη ζωντανή Ενορία του Αγίου Νικολάου, στο μεγαλειώδες Μνημείο του Φώτη Κόντογλου, σε κείνο το μεγάλο φροντιστήριο εκκλησιαστικής Παράδοσης, ο «τελευταῖος τῇ τάξει» ιερέας βίωσε το μεγαλείο της ψυχής του εκλεκτού συμπρεσβυτέρου του.

Ο πληθωρικός στην αγάπη και ενθουσιώδης στις εκδηλώσεις της αγάπης του πατήρ Σεραφείμ αποδείχθηκε αδελφός του αλλά και πατέρας, αφού όταν χειροτονήθηκε Επίσκοπος, τον στόλισε Αγιοπνευματικά με το χάρισμα του εξομολόγου.

Τότε ήταν που εκείνος ο παπάς μπερδευόταν για καιρό στις άκομψες προσφωνήσεις του‧ από τη μια ο πληθυντικός του σεβασμού στην αρχιερατική αξία και από την άλλη ο αυθόρμητος ενικός της προσωπικής σχέσης.

Μαζί με τον νέο Δεσπότη, ανέβηκε στην Καστοριά ο μέχρι πρότινος συνεφημέριος, επιφορτισμένος με την ύψιστη ευθύνη και τιμή να τον προσφωνήσει εκ μέρους της Ενορίας των Κάτω Πατησίων, κατά την τελετή της Ενθρονίσεώς του στον Αρχιερατικό Θρόνο της παραλίμνιας πόλης.

Ετούτος ο αποχωρισμός, ο πρώτος, πλημμύρισε την καρδιά τού επί οκταετία συλλειτουργού με χαρμολύπη, αφού η μετάβαση στη μακρινή έδρα της Μακεδονικής Μητροπόλεως προκαλούσε μεν στενοχώρια, λόγω στέρησης της καθημερινής συναναστροφής ενός πολυαγαπητού αδελφού, χαροποιούσε όμως με την κατάκτηση του υψίστου της Αρχιερωσύνης Υπουργήματος, από τον «ἀρεταῖς κεκοσμημένον» κατά πάντα άξιον Αρχιμανδρίτη.

Η ακριτική Επαρχία υποδέχθηκε τον Επίσκοπό της και ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης της, ο Καστορίας Σεραφείμ, αναλώθηκε «λαμπάδα αναμμένη» για τα παιδιά του.

«Σας δίνω την καρδιά μου» έλεγε και το εννοούσε, γιατί το απέδειξε. Το πολυσχιδές έργο του, αν και εν πολλοίς αθόρυβο, βροντοφωνάζει. Ως φιλόθεος και φιλόπατρις, φιλάνθρωπος και φιλάγιος, φιλόπονος και φιλομόναχος, φιλόπτωχος και φιλακόλουθος, δραστηριοποιήθηκε στο έπακρο για την όμορφη αλλά συχνά χειμαζόμενη Καστοριά του.

Ο στίχος του εθνικού μας ποιητή «τὰ σπλάχνα μου κι ἡ θάλασσα ποτέ δὲν ἡσυχάζουν», εκφράζουν απόλυτα το ανύστακτο ενδιαφέρον του Μητροπολίτη για το πλήρωμα της τοπικής του Εκκλησίας.

Με κίνδυνο μάλιστα της ζωής του σε πολλές περιπτώσεις, εξαιτίας αλλογενών παραγόντων, αφού ο λόγος του έσπαγε όχι τον πάγο στις δυσπρόσιτες βουνοκορφές του Γράμμου, αλλά τον εφησυχασμό στα ώτα όσων θα προτιμούσαν να σιωπά. Η ομιλούσα αλήθεια, ενίοτε ενοχλεί. Πολλοί τον αγκάλιασαν και τον επευφήμησαν -όχι όλοι. Πολλοί τού συμπαραστάθηκαν και τον στήριξαν –όχι πάντα.

Λιγοστοί θα διαλαλήσουν τις ευεργεσίες, της εικοσιπεντάχρονης σχεδόν ποιμαντικής δράσης του στα αγιασμένα ακριτικά χώματα των Ηρώων και των Αγίων. Μα, έτσι συμβαίνει συνήθως…

Εκείνος ωστόσο ο παπάς που ξέμεινε στην Αττική γη, δεν μπορεί να σιγήσει τώρα, στον δεύτερο αποχωρισμό. Γιατί ενώ η αβάσταχτη θλίψη της αναπάντεχης φυγής από τα εγκόσμια καταπνίγει κάθε σκέψη καρδιακή που ανεβαίνει στα χείλη, η πίστη ότι οι ουρανοί υποδέχθηκαν ορθάνοικτοι τον ταπεινό Επίσκοπο της Καστοριάς, δίνει τη δύναμη να αρθρωθούν δυο φτωχές λέξεις ευγνωμοσύνης.

Όχι μόνο για την περίοδο συνεφημερίας στα Πατήσια, αλλά και για όλα τα επόμενα χρόνια της πνευματικής καθοδήγησης, της αδελφικής συνοδοιπορίας, της οικογενειακής φιλίας που του προσφέρθηκαν ανιδιοτελώς και πλουσιοπάροχα.

Σαν μια απόπειρα εξομολογήσεως των όσων -αν και ανάξιος- δέχθηκε και επειδή το χρέος επιτάσσει, σημειώνει εδώ ακροθιγώς (υπήκοος στο Πυθαγόρειο «μὴ ἐν πολλοῖς ὀλίγα λέγε, ἀλλ’ ἐν ὀλίγοις πολλά») τον βίο και την πολιτεία ενός σπουδαίου εκκλησιαστικού ανδρός, συνεχόμενος εσώτατα για το άτολμο του εγχειρήματος. Τα πολλά μικρά ωστόσο και τα πολύ μεγάλα, παραμένουν σφαλισμένα στην καρδιά ως κρυμμένος ασύλητος θησαυρός.

Κυρηναίος ακούραστος ο πατήρ Σεραφείμ, τρέχει στις δυσκολίες και θυσιάζεται για να ελαφρύνει το Σταυρό της δοκιμασίας εκείνου του αδελφού. Και στις χαρές όμως παρών, πολλαπλασιάζοντας την εκάστοτε ουράνια δωρεά: σε προσωπικές στιγμές, σε οικογενειακές συναθροίσεις, σε ιστορικά εκκλησιαστικά γεγονότα, σε καταστάσεις φορτισμένες συγκινησιακά και σε ώρες ανάπαυλας.

Γιατί ο παπούλης αγαπούσε πολύ τις Ιερατικές οικογένειες. Και παρόμοια ζήσαμε πολλοί, πάρα πολλοί αδελφοί. Και με τις ευχές του τις Αρχιερατικές, τις ειλικρινείς και άφθονες, πορευθήκαμε.

Πώς να λησμονηθούν οι -δίχως ίχνος υπερβολής- αβραμιαίες φιλοξενίες του σαν έφθανες στην Καστοριά, είτε για εκκλησιαστικό πανηγύρι της Θεοστήρικτης Επαρχίας, είτε για οικογενειακή εκδρομή αναψυχής στα Ελληνικά σύνορα και αξιωνόσουν «ξενίας Δεσποτικῆς»;

Πώς να ξεχασθούν οι πατρικές ανοιχτές αγκάλες του κατά την υποδοχή, τα σπινθηροβόλα από χαρά μάτια, το πλατύ πηγαίο χαμόγελο και εκείνο το καλοσυνάτο «Τί κάνεις καμάρι μου»; Πώς να μη χαραχθούν ανεξίτηλα στη μνήμη οι συνοδείες και οι ξεναγήσεις του στους Βυζαντινούς Ναούς της πόλης, στα περίφημα ξωκκλήσια των ολάνθιστων αγρών, στα επιβλητικά ασκηταριά των Πρεσπών, στο τιμημένο χωριό του Παύλου Μελά και στις ευλογημένες Μονές της Μακεδονικής γης;

Πώς να μην κρατάς εσώψυχα, το κοπιώδες ανέβασμα στο προσκύνημα του χιονισμένου Μοναστηριού της Κλεισούρας και το έμπονο προσευχητικό γονάτισμά του εμπρός στην αγαπημένη του Αγία Σοφία;

Και κατά την αναχώρηση από το Επισκοπείο σε γέμιζε δώρα. Σε φόρτωνε ενθύμια και τοπικά προϊόντα. Ευλογίες τα έλεγε, για να μη φέρεις αντίρρηση. Ό,τι είχε. Φτωχικό ή πλούσιο. Αυτά που του είχε προσφέρει η μεγάλη αγάπη των χριστιανών. Γιατί ο ίδιος είχε τρύπιες τσέπες.

Ζήταγε όπου μπορούσε, για να βοηθήσει όπου μπορούσε. Ρέκτης του ωραίου και της Εκκλησιαστικής μεγαλοπρέπειας -ως θυσίας ευάρεστης στο Θεό-, αγωνιώδης επαίτης χρημάτων και αγαθών για να ανακουφισθούν οι πολυάριθμοι εμπερίστατοι συμπολίτες του.

Οι ναοί της Καστοριάς μαρτυρούν περί τούτου: τόσο οι κοσμημένοι με περισσή ευπρέπεια ναοί/οικοδομήματα, ως τόποι λατρείας του Τριαδικού Θεού, όσο -πρωτίστως- οι έμψυχοι ναοί/άνθρωποι, ως κατοικητήρια του Αγίου Πνεύματος.

Και όποτε κατέβαινε στην Πρωτεύουσα, κυρίως για Συνοδικές υποχρεώσεις, η συλλειτουργία μαζί του ήταν όαση, ανάπαυση, ανεφοδιασμός, κομμάτι τ΄ ουρανού.

Η παρουσία του πάντοτε με ιεροπρέπεια, ο λόγος του επίκαιρος, οι προβληματισμοί του καυστικοί. Ο πληθωρικός χαρακτήρας του πάντα είχε κάτι καινούργιο να σου προσφέρει: μιαν εμπειρία αγιορείτικη, ένα θαύμα της Αγίας Σοφίας, μιαν αποκάλυψη αγιολογική, μια πρόκληση για τον ουρανό, κλείνοντας πάντα με φιλόφρονα πρόσκληση για την Καστοριά.

Τελευταία φορά εκείνος ο ιερέας τον είδε διαδικτυακά την Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020 στην κεκλεισμένων των θυρών Αγρυπνία στο Επισκοπείο, να προσεύχεται εμπρός στην ευωδιάζουσα κάρα του νεομάρτυρος Αγίου Βασιλείου του εκ Χιλιοδενδρίου, του οποίου το τελευταίο διάστημα συνέγραφε το βίο.

Γονυκλινής και ένδακρυς ο Επίσκοπος της Μακεδονικής Επαρχίας εμπρός στην αγιασμένη κάρα, αναπέμπει παράκληση στον Πανάγαθο, για την πανδημία του κορωνοϊού (η δέηση αποτυπώθηκε στη δημοσιευόμενη φωτοστιγμή). Κάνει αυτό που συνεχώς με θερμή πίστη, με θείο έρωτα και παιδική λαχτάρα έπραττε: καθημερινές Λειτουργίες, αδιάλειπτο κομποσχοίνι, αναρίθμητες λαμπάδες.

Αναλώνεται στην προσευχή για τον λαό του Θεού‧ ξεχωριστά ικετεύει για τον δικό του Καστοριανό λαό και τους ανά την οικουμένη γνωστούς του. Όπως έπραξε κατ’ επανάληψιν πρωτύτερα -το έμαθα και αυτό Δεσπότη μου- για κείνον τον παλαιό συνεφημέριο.

Έπειτα από ένα μήνα, Τρίτη ξημερώματα, την ώρα της βαθύτατης σιγής, της απόλυτης ειρήνης και των ψαλμών του Μεσονυκτικού, παρά τα χιλιάδες θερμότατα παρακάλια στον Κύριο και Θεό μας και τις αιτηθείσες άπειρες πρεσβείες προς την Παναγία Μητέρα μας, ο Καστορίας Σεραφείμ κλήθηκε «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος» όπως θα ’λεγε ο Καβάφης, στην Άνω Ιερουσαλήμ.

Ψηλάφισε το μυστήριο του θανάτου «ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα καὶ εἰρηνικά», εισερχόμενος στην ατελεύτητη θριαμβεύουσα Εκκλησία.

Συγκλονιστήκαμε συθέμελα και νιώσαμε μετέωροι στο άκουσμα της φυγής. Πονέσαμε εγωιστικά, γιατί χάσαμε τη φυσική παρουσία του και το ευπροσήγορο στήριγμά μας. Κλάψαμε θρηνητικά, που στερηθήκαμε τον τελευταίο ασπασμό. Γαληνέψαμε μόνο, όταν συνειδητοποιήσαμε ότι, δεν μπορεί, θα βρίσκεται μεταξύ Αγίων και Δικαίων.

Λάβαμε παραμυθία πιστεύοντας ακράδαντα πως ο φίλτατος Πατέρας, ο θυσιαστικός Ιεράρχης, δεν έφυγε, αλλά ως φίλος Χριστού έχει κατορθώσει την υπέρβαση της νέκρωσης και είναι Αναστάσιμος, «ἀεί ζῶν», παρών στη ζωή μας.

Τώρα, πιο ισχυρός από πριν, συλλειτουργεί λαμπροφορεμένος στο επουράνιο Θυσιαστήριο και συμπροσεύχεται μαζί με την Κυρία Θεοτόκο (το ευσκιόφυλλο δένδρο του) και τους Καστοριανούς Αγίους (τους αμετάθετους μεσίτες του) για όλους μας. Για να είναι η υγεία μας «κρυστάλλινη» καταπώς έλεγε και η ψυχή μας να βρει σωτηρία, καταπώς αγωνιζόταν και ποθούσε διακαώς.

ΥΓ. Φθάνοντας πια στο τεσσαρακονθήμερο Μνημόσυνο χρονικά, αναγκαστικά παραμένουμε τοπικά και πάλι μακριά.

Ωστόσο, νοερώς, τα βήματα μας πορεύονται στον τόπο της καταπαύσεως των έργων του, ανάβουμε μελισσοκέρι για την αθάνατη ψυχή του και βάζοντας μετάνοια ασπαζόμαστε την αγιασμένη καστοριανή γη που αγκαλιάζει το σεπτό του σκήνωμα. Εκεί, ακουμπάμε τις καρδιές μας και με ευγνωμοσύνη επαναβεβαιώνουμε την υιοθεσία μας, απευθυνόμενοι για μιαν ακόμη φορά στον υπνούντα προκείμενον.

Δοξάζουμε τον Τρισάγιο Θεό πεφιλημένε και πολυτίμητε άγιε Καστορίας, που Σε έθεσε ουρανοδρόμο ποδηγέτη στη ζωή μας. Σε ευχαριστούμε για όλα όσα πλουσιοπάροχα μας χάρισες.

Ό,τι και αν ειπωθεί εκ μέρους μας, πάντα θα υστερεί, ανήμπορο να αντισταθμίσει στο ελάχιστο το μεγαλείο που μας πρόσφερες αφειδώλευτα.

Σε παρακαλούμε, μη σταματάς να μας ελεείς. Και μείς οι κληρικοί που σε γνωρίσαμε Δεσπότη μας, θα εξακολουθούμε ευχαριστιακά στην Προσκομιδή να σου βγάζουμε μερίδα‧ από την άλλη πλευρά: «Σεραφείμ Αρχιερέως, μνήσθητι Κύριε».

[](#)[](#)