«Η αναζήτηση συναίνεσης θα αποτελεί μόνιμο στόχο» είπε την Τρίτη στη Βουλή ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ωστόσο στη δευτερολογία του σημείωσε με έντονο ύφος: «Με το να κατηγορείτε τη Ν.Δ. για λαϊκισμό προσβάλλετε την ετυμηγορία του ελληνικού λαού, που της έδωσε εντολή με 40% να κυβερνήσει». Την Τετάρτη η «Καθημερινή», η ναυαρχίδα της Κεντροδεξιάς, καταλόγιζε πρωτοσέλιδα στον Αλέξη Τσίπρα «αντιπολίτευση από τα παλιά», χρεώνοντάς του «ακραία ρητορική» και «τυφλή αντιπολίτευση».
Ωστόσο τα περί συναίνεσης δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης. Αντιθέτως, οι πρώτες κινήσεις της αποδεικνύουν ότι έχει επιλέξει να κινηθεί απολύτως επιθετικά σε τομείς πολιτικά κρίσιμους, όπως είναι:
● ο έλεγχος του κράτους και των θεσμών του,
● το εκλογικό σύστημα,
● η Παιδεία, ο χαρακτήρας και η κατεύθυνσή της,
● τα σκάνδαλα και η σκανδαλολογία.

Σε όλα τα μέτωπα
Η κυβέρνηση της Ν.Δ. κάνει αρχή στο νομοθετικό της έργο περιορίζοντας μέχρι… καταργήσεως το πανεπιστημιακό άσυλο και προσδίδοντας στην επιλογή της αυτή ιδεολογικό επίχρισμα.
Πρόκειται για μια επιλογή πιθανής σύγκρουσης με το φοιτητικό κίνημα εν όψει φθινοπώρου, η οποία βρίσκει προφανώς αντίθετη την Αριστερά, ενώ ενστάσεις εγείρονται και από την πλευρά του Κινήματος Αλλαγής, διότι «στόχος μας πρέπει να είναι η αντιμετώπιση των παράνομων πράξεων, χωρίς τον κίνδυνο αστυνομοκρατίας εντός των ΑΕΙ, πράγμα που διευκρινίζουμε ότι δεν πιστεύουμε πως το επιθυμεί το οιοδήποτε κόμμα του συνταγματικού τόξου».

Επιπλέον, από την πρώτη στιγμή, επιλέγει όχι μόνο να δημιουργήσει τις δικές της «παρακάμψεις» προς το κόμμα της Ν.Δ. – καταργώντας αυτές του ΣΥΡΙΖΑ – διά του διορισμού νέων γραμματέων στα υπουργεία με πολύ ισχυρό κριτήριο την προσωπική συνέντευξη, αλλά αποπειράται να εκδιώξει κακήν κακώς την επικεφαλής της Επιτροπής Ανταγωνισμού Βασιλική Θάνου (προσωπική επιλογή του Τσίπρα), ανάγοντας το θέμα αυτό σε μείζον πολιτικό ζήτημα, και μάλιστα με προσωπική επίθεση του ίδιου του Μητσοτάκη κατά της Θάνου.
Η κίνηση αυτή μάλιστα εξελίσσεται παρά την ένσταση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, η οποία σημειώνει πως η σχετική νομοθετική διάταξη της κυβέρνησης αντιβαίνει το ευρωπαϊκό δίκαιο για τις ανεξάρτητες αρχές.
Με το καλημέρα, επιπλέον, η Ν.Δ. προχωρεί σε νομοθετική παρέμβαση η οποία πλήττει στον πυρήνα της την απλή αναλογική στους δήμους και στις περιφέρειες της χώρας προκαλώντας νέες ενστάσεις, αυτή τη φορά για καταδολίευση της ετυμηγορίας των ψηφοφόρων. Θα ακολουθήσει η κατάργηση της απλής αναλογικής, ενδεχομένως και με αλλαγή στο σύνταγμα, ώστε το νέο σύστημα να εφαρμοστεί από τις επόμενες εκλογές.

Από το φθινόπωρο μάλιστα αναμένεται ότι, όπως πολλάκις έχει προαναγγελθεί, θα αρχίσει η διερεύνηση της υπόθεσης Novartis, όχι ως προς το σκέλος του σκανδάλου και των υπαιτίων, αλλά για να διερευνηθεί αν και ποιοι έχουν «σκευωρήσει» (εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, εννοείται…), ώστε να κατηγορηθούν στελέχη της Ν.Δ. και του Κινήματος Αλλαγής, τα οποία ήδη έχουν δει το σκέλος της δικογραφίας που τους αφορά να πηγαίνει στο αρχείο. Η δημιουργία Εξεταστικής ή άλλης επιτροπής θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη, καθώς:
● αυτή είναι μια απαίτηση των στελεχών που θεωρούν ότι υπήρξε σκευωρία εναντίον τους,
● αλλά και ένα εύλογο μέσον για να κρατηθεί σε πολιτική ομηρεία ο ΣΥΡΙΖΑ εν όψει επόμενων επιλογών της Ν.Δ. με μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, όπως οι αλλαγές στο ασφαλιστικό, στην Υγεία και όπου αλλού επιλέξει να κινηθεί επιθετικά η κυβέρνηση.
Συνεπώς τα περί συναίνεσης που σταθερά εκπέμπουν τόσο η Ν.Δ. όσο και ο ίδιος ο Μητσοτάκης δεν είναι κάτι που θα πρέπει να λαμβάνουμε σοβαρά υπ’ όψιν το επόμενο διάστημα.

Προσχήματα…
Προφανώς η συζήτηση περί συναίνεσης δεν είναι νέα. Το προηγούμενο διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ εγκαλούσε τη Ν.Δ. για το ότι δεν προσφέρει τη συναίνεσή της σε κεντρικές επιλογές της τότε κυβέρνησης, ενώ αντιστοίχως ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορούνταν από την αντιπολίτευση ότι, στα ίδια πάνω-κάτω θέματα, δεν κινείται με συναινετικό πνεύμα.
Συνεπώς η κουβέντα γίνεται απλώς για το θεαθήναι, καθώς η μαγική αυτή λεξούλα είναι αρεστή σε ένα αρκετά ευρύ κεντρώο κοινό, το οποίο εκλαμβάνει τη συναίνεση ως ηρεμία για την ομαλή οικονομική δραστηριότητα στην προσπάθειά του να ανακάμψει από τα σκληρά χτυπήματα της κρίσης.

Όμως η πολιτική αντιπαράθεση ποτέ και πουθενά δεν γίνεται με ρίψεις γαριφάλων.
Ιδιαίτερα στην αντιπαλότητα μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ τα ιδεολογικά στοιχεία – παρότι το σύνολο των αποκαλούμενων «κομμάτων εξουσίας» έχουν εφαρμόσει μνημόνια – είναι πολύ έντονα.
● Δεν είναι τυχαίο ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης, η κριτική του ΣΥΡΙΖΑ προς τη Ν.Δ. είχε κατά βάση ιδεολογικά χαρακτηριστικά, καθώς την κατηγορούσε συστηματικά για ακροδεξιά απόκλιση και ενίοτε για ακροδεξιά «ταυτότητα». Χαρακτηριστικός ήταν ο παραλληλισμός, από δημοσιογράφο της ΕΡΤ, του Μητσοτάκη με τον… «θεωρητικό του φασισμού, τον Σέρτζιο Πανούτσιο, που εισήγαγε στοιχεία εθνικισμού στην Ιταλία του Μουσολίνι», τον Σεπτέμβριο του 2018.
● Στον αντίποδα ακόμη και μετριοπαθείς κεντροδεξιοί πολιτικοί και δημοσιογράφοι – οι οποίοι είχαν κατ’ επανάληψη κατηγορηθεί έως και για… στήριξη στον Τσίπρα! – απέδιδαν στον ΣΥΡΙΖΑ πλήρη ταύτιση με τον Μαδούρο και σημείωναν σε κάθε ευκαιρία ότι η Δεξιά στην Ελλάδα πρέπει να κερδίσει πρωτίστως την ιδεολογική μάχη, την οποία είχε χάσει καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης.
Χαρακτηριστική ήταν η κάπως αστεία – αλλά ευρείας χρήσης – αναφορά σε… «κομμουνιστές» για στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και η τοποθέτηση του Μάκη Βορίδη τον Αύγουστο του 2018 ότι ο Μητσοτάκης θα πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην επανέλθει η Αριστερά στην εξουσία, επειδή οι ιδέες της είναι… «ελαττωματικές».
Το μόνο βέβαιο, εν τέλει, είναι ότι, μόλις τελειώσουν τα «μπάνια του λαού», θα επιστρέψουμε σε κλίμα πολιτικής όξυνσης και ότι τα περί αναζήτησης συναινέσεων θα ακούγονται περίπου σαν… ανέκδοτο.