Ένα υποτιμημένο ρούβλι δίνει κίντρα στους ντόπιους παραγωγούς να διατηρήσουν τα εργοστάσια εντός Ρωσίας

Δεν τα έχουν βάψει όλοι μαύρα στη Μόσχα για την πτώση κατά 20% της αξίας του ρουβλίου έναντι του δολαρίου φέτος.

Ο υπουργός της κυβέρνησης με την αρμοδιότητα να πείσει τις εταιρείες να κρατήσουν την παραγωγή τους εντός Ρωσίας, θεωρεί τη συγκυρία «φοβερή».

Οι ρωσικές εταιρείες οι οποίες δεν εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές «απολαμβάνουν τις πλέον κατάλληλες συνθήκες τώρα», δήλωσε ο υπουργός Βιομηχανίας και Εμπορίου Ντένις Μαντούροφ σε συνέντευξή του.

Το Κρεμλίνο έχει θεσπίσει μέτρα ώστε οι εταιρείες να εξαρτώνται λιγότερο από τις εισαγωγές, από τότε που οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις δυσχέραναν την πρόσβαση της Ρωσίας στις διεθνείς αγορές το 2014.

Ο Μαντούροφ δήλωσε πριν από τρία χρόνια ότι μια ισοτιμία του ρουβλιού ανά δολάριο στο 62 θα ήταν το βέλτιστο επίπεδο για την πολιτική διατήρησης της παραγωγής στη Ρωσία να ανθίσει. Η ισοτιμία ήταν κοντά στα 78 ρούβλια ανά δολάριο την Πέμπτη.

Το ρούβλι είναι ένα από τα νομίσματα με τις χειρότερες επιδόσεις στις αναδυόμενες αγορές φέτος λόγω της πτώσης των παγκόσμιων τιμών του πετρελαίου αλλά και την ανησυχία για νέες κυρώσεις από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο υπουργός Οικονομίας Μαξίμ Ρεσέτνικοβ είπε στο κοινοβούλιο την Πέμπτη ότι το νόμισμα είναι υποτιμημένο, ενώ η κεντρική τράπεζα έχει προειδοποιήσει ότι η υποτίμηση μπορεί να οδηγήσει τον πληθωρισμό πάνω από το στόχο του 4%.

Μετά από μια βαθιά ύφεση στο δεύτερο τρίμηνο, η ρωσική οικονομία ανέκαμψε το καλοκαίρι μετά την άρση πολλών υγειονομικών περιορισμών. Η βιομηχανική παραγωγή πιθανότατα θα συρρικνωθεί μόνο 4,5% για ολόκληρο το έτος, ενώ η κατασκευή θα συρρικνωθεί 2%, δήλωσε ο Μαντούροφ.

Οι μολύνσεις από ιούς έχουν αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες, με τον αριθμό των ημερήσιων κρουσμάτων να ξεπερνούν τα επίπεδα την άνοιξης. Ο Μαντούροφ είπε ότι η κυβέρνηση δεν συζητά σχέδια για παράταση μέτρων στήριξης για επιχειρήσεις.

«Ελπίζουμε ότι τα χειρότερα είναι πίσω μας», είπε ο Μαντουρόφ. «Η ανάκαμψη ήταν πολύ γρήγορη σε πολλές βιομηχανίες.»