Του Σεβ. Μητροπολίτη Ναϊρόμπης κ. Μακαρίου | Romfea.gr

Ἡ Αἲγυπτος, κυρίως ἡ Ἀλεξάνδρεια, ἒπαιξε σπουδαῖο ρόλο στή διαμόρφωση τοῦ ἀρχαίου χριστιανισμοῦ. Ἀπό τά τέλη, ἢδη, τοῦ 2ου αἰ. ὑπῆρχε στήν Ἀλεξάνδρεια σημαντικός χριστιανικός πηρήνας, πού ὃμως, γρήγορα, διαβρώθηκε ἀπό τίς δογματικές ἀντιθέσεις τῶν πιστῶν. Συγχρόνως, ἦταν μιά ἀπό τίς ἰσχυρότερες ἑστίες τοῦ Γνωστικισμοῦ, ὁ ὁποῖος δανείστηκε ἀπό τήν προχριστιανική αἰγυπτιακή πνευματικότητα καί εἶχε δεχθεῖ ἒντονη ἑλληνική ἐπίδραση. Μέ τήν ἀνάδυση τοῦ Χριστιανισμοῦ, πολλές φιλοσοφικές σχολές ἒγιναν χριστιανικές ἢ ἐνσωμάτωσαν στίς γνωστικές θεωρίες χριστιανικά στοιχεῖα.

Ὁ Ἑβραῖος καί, κατά τούς Κόπτες, Κυρηναῖος, Μάρκος ὁ Εὐαγγελιστής, ἱδρυτής τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀπέκτησε νωρίς ὀπαδούς, ἰδιαίτερα ἀνάμεσα στούς ἑλληνομαθεῖς διανοουμένους, οἱ ὁποῖοι, διαχώρισαν τή θέση τους ἀπό τούς Αἰγυπτίους (Κόπτες: παραφθορά τῆς λ. Αἰγύπτιοι), διαχωρισμός ὁ ὁποῖος εἶχε καί δογματικά αἲτια.

Γιά πολλούς αἰῶνες, ἡ Ἀλεξάνδρεια, τό κέντρο τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς, ἦταν ἡ πόλη, ὃπου ἡ ἐπιστημονική δράση εἶχε μεταβληθεῖ σ’ ἓνα ἰσχυρό ρεῦμα καί ἀπό ὃπου προῆλθαν οἱ νέες δογματικές ἰδέες καί, ὃπως ὁ καθηγητής Α. Spassky ἀναφέρει: «… ἒγινε στήν Ἀνατολή τό κέντρον τῆς θεολογικῆς ἐξελίξεως, ἀποκτώντας ἒτσι, στόν χριστιανικό κόσμο, τή φήμη μιᾶς φιλοσοφημένης Ἐκκλησίας, πού ποτέ της δέν κουράστηκε νά μελετάει μεγάλα θρησκευτικά καί ἐπιστημονικά προβλήματα».

Ἐδῶ, στήν ἒρημο τῆς Νιτρίας, ἀπό τόν 3ο αἰ., ἐγκαινιάστηκε καί ἢκμασε ὁ μοναχικός βίος καί ἐμφανίστηκαν οἱ ἐρημίτες, μέ πρῶτον τόν Ἃγιο Ἀντώνιο (251-356), ἐνῷ ἱδρυτής τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχικοῦ βίου ἦταν ὁ ἃγιος Παχώμιος (πρῶτο μισό τοῦ 4ου αἰ.), ὁ ὁποῖος ἳδρυσε τό περίφημο κοινόβιό του, κοντά στή Θήβα. Στούς Αἰγυπτίους αὐτούς μοναχούς, ὀφείλουμε τή διάσωση ἑνός χειρογράφου μέ βίους ἁγίων καί μαρτύρων· εἶναι τό περίφημο
Σ υ ν α ξ ά ρ ι.

Οἱ συζητήσεις τῶν Χριστιανῶν ἀπολογητῶν τοῦ 2ου καί 3ου αἰ., σχετικά μέ τό κατά πόσο μπορεῖ ἓνας χριστιανός νά χρησιμοποιεῖ τά πνευματικά δημιουργήματα τῶν εἰδωλολατρῶν, ἒμειναν χωρίς ἀποτέλεσμα. Στήν Ἀλεξάνδρεια, κυριαρχοῦσε ἡ τάση προσέγγισης τῶν δύο αὐτῶν, φαινομενικά, ἀσυμβιβάστων παραγόντων. Ἐν τούτοις, τό πρόβλημα τῶν σχέσεων μεταξύ εἰδωλολατρικοῦ πολιτισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ δέν εἶχε λυθεῖ ἀκόμη κατά τούς πρώτους αὐτούς μεταχριστιανικούς αἰῶνες, ἐφ’ ὃσον ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία ἀπέρριπτε κάθε καινούρια ἰδέα. Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς καί ὁ Ὠριγένης διώχτηκαν ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια, διότι ὁ πρῶτος παρουσίασε τό Χριστιανισμό ὡς ἀνώτερη μορφή γνώσης καί ὁ δεύτερος συνδύασε τήν ἑλληνική παιδεία μέ τό Χριστιανισμό.

Νέα τροπή ἒλαβε ἡ διαμάχη αὐτή στό τέλος τοῦ 3ου αἰ., μέ τήν ἐμφάνιση τῆς αἳρεσης τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος ἀρνιόταν τή θεϊκή φύση τοῦ Χριστοῦ, στήν ὁποία, σύμφωνα μέ τόν ἱστορικό τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν: «Προσήρχοντο πυκναί μᾶζαι λαοῦ μᾶλλον ἐκ τῶν Ἑλλήνων κατοίκων τῆς χώρας».

Ἡ Αἲγυπτος τῶν Ἑλλήνων στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες μᾶς εἶναι γνωστή μόνον σέ ὃ,τι σχετίζεται μέ τήν ἂσκηση τῶν θρησκευτικῶν της καθηκόντων, ἀφοῦ οἱ λιγοστές γραπτές μαρτυρίες τῆς ἐποχῆς ἀναφέρονται εἲτε στά θρησκευτικά ζητήματα εἲτε στό μοναχικό βίο, πού, τότε, ἦταν στή μεγάλη του ἀκμή. Ὁ «β ί ο ς τ ο ῦ ἁ γ ί ο υ Π α χ ω μ ί ο υ» καί τά
«Π α ρ α λ ε ι π ό μ ε ν α ἐ κ τ ο ῦ β ί ο υ τ ῶ ν ἁ γ ί ω ν Π α χ ω μ ί ο υ κ α ί Θ ε ο δ ώ ρ ο υ» εἶχαν εὐρύτατο ἀναγνωστικό κοινό καί μεταφράστηκαν καί στά κοπτικά.

Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἡ εἰδωλολατρική κοινωνία μεταστράφηκε στό Χριστιανισμό, πού προόδευσε πολύ, κατά τόν 4ο αἰ.

Στή διάρκεια τῶν σκληρῶν ἀγώνων κατά τοῦ Ἀρειανισμοῦ, παρουσιάστηκε ἡ λαμπρή φυσιογνωμία τοῦ Μ. Ἀθανασίου, Ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας. Ἐξαιρετική φυσιογνωμία τῆς ἐποχῆς ἡ μαθηματικός καί φιλόσοφος Ὑπατία, τῆς ὁποίας μαθητής ὑπῆρξε ὁ Συνέσιος.

Ἐνδιαφέρουσα προσωπικότητα τοῦ τέλους τοῦ 4ου καί ἀρχῆς τοῦ 5ου αἰ. ὁ Συνέσιος ὁ Κυρηναῖος μορφώθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια, ὃπου μυήθηκε στά μυστήρια τῆς Νεοπλατωνικῆς φιλοσοφίας, ἀσπάστηκε τό Χριστιανισμό, νυμφεύτηκε Χριστιανή καί, στά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ἒγινε Ἐπίσκοπος Πτολεμαΐδος.

Ἡ Ἑλληνική φιλολογία γνώρισε, στήν Αἲγυπτο, μεγάλη ἀκμή μέχρι τό 451, ἒτος συγκλήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνας, ἡ ὁποία καταδίκασε τό Μονοφυσιτισμό, ἐπίσημη θρησκεία τῆς Αἰγύπτου. Τότε, ἡ Ἑλληνική γλώσσα, στίς Ἐκκλησίες, ἀντικαταστάθηκε ἀπό τήν Κοπτική, μέ συνέπεια τήν ἀνάπτυξη τῆς Κοπτικῆς Φιλολογίας, μέσῳ τῆς ὁποίας διατηρήθηκαν, μεταφρασμένα, ὁρισμένα Ἑλληνικά ἒργα, πού ἒχουν χαθεῖ.

Ὁ 4ος αἰ. ὑπῆρξε περίοδος σημαντική καί γιά τήν ἱστορία τῆς βυζαντινῆς τέχνης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ προϊόν συνάντησης τοῦ Χριστιανισμοῦ, τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ἀνατολῆς (στήν Ἀνατολή ὑπάγεται καί ἡ Αἲγυπτος), συνάντηση πού ὁδήγησε στή δημιουργία τῆς Ἀνατολικῆς Χριστιανικῆς Τέχνης. Μάλιστα ὁ Αὐστριακός ἱστορικός J. Strzygowski τονίζει τό σημαντικό ρόλο τῆς Αἰγύπτου στή Τέχνη αὐτή.

Ἡ περίοδος τοῦ 5ου αἰ. ἒχει μεγάλη σημασία, γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ἀντιμετωπίσθηκαν τά κύρια προβλήματα - ὂχι μόνον ἐθνικά, ἀλλά καί θρησκευτικά – τῆς Αὐτοκρατορίας. Ὁ ἑλληνισμός ὑπῆρξε, φαινομενικά, μιά δύναμη, πού μποροῦσε νά ἑνώσει τούς διαφορετικῆς προέλευσης κατοίκους τοῦ Ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς Αὐτοκρατορίας. Ὃμως ἡ ἀνικανότητα τοῦ αὐτοκράτορα Φωκᾶ (602-610) ν’ ἀντιμετωπίσει τά σοβαρά ζητήματα ἒφερε τό κράτος σέ ἂθλια κατάσταση, ἀπό ἂποψη στρατιωτική, οἰκονομική, διοικητική. Ἐπικίνδυνοι ἐξωτερικοί ἐχθροί, ὃπως οἱ Πέρσες, οἱ Ἂβαροι καί οἱ Σλάβοι, διενεργοῦν συχνές ἐπιδρομές καί ἀποσποῦν ζωτικές περιοχές τῆς αὐτοκρατορίας.

Ἒτσι, οἱ Πέρσες, τό 619 κατέλαβαν τήν Αἲγυπτο καί προήλασαν μέχρι τήν Κυρηναϊκή. Ἡ ἀπώλεια ὑπῆρξε βαρύ πλῆγμα γιά τήν αὐτοκρατορία, λόγω τοῦ ὃτι ἡ Αἲγυπτος ἦταν ὁ σιτοβολώνας τῆς Κωνσταντινούπολης καί ἡ διακοπή τῆς ἀποστολῆς σίτου εἶχε ἀντίκτυπο στήν οἰκονομική ζωή τῆς πρωτεύουσας. Ἓνας λόγος πού ἡ Αἲγυπτος, ἀλλά καί οἱ ἂλλες νοτιοανατολικές ἐπαρχίες τῆς Ἀνατολῆς ὑπέκυψαν τόσο εὒκολα ἦταν καί ἡ ψυχική ἀποξένωση τῶν μονοφυσιτικῶν πληθυσμῶν τῶν περιοχῶν αὐτῶν ἀπό τό ὀρθόδοξο κέντρο.

Ὁ 6ος αἰ. ἂφησε πλούσια κληρονομιά στίς διάφορες ἐκφάνσεις τῆς γνώσης καί τῆς φιλολογίας. Στήν Αἲγυπτο, οἱ πάπυροι ἀποκάλυψαν κάποιον Διόσκορο, πού ἒζησε τήν ἐποχή αὐτή σ’ ἓνα χωριό τῆς Ἂνω Αἰγύπτου, Κόπτη, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὃτι πῆρε μιά καλή γενική μόρφωση καθώς καί μιά προσεγμένη νομική κατάρτιση. Στό ἒργο του, δίνει πλούσιες πληροφορίες γιά τήν κοινωνική καί διοικητική κατάσταση τῆς περιόδου αὐτῆς. Ὁ Γάλλος αἰγυπτιολόγος, J. Maspero, τόν ἀποκαλεῖ τελευταῖο Ἓλληνα ποιητή τῆς Αἰγύπτου, ἓναν ἀπό τούς τελευταίους ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνισμοῦ στή Νειλοχώρα.

Οἱ μακροχρόνιοι πόλεμοι τοῦ Ἡρακλείου ἐναντίον τῶν Περσῶν ἐξήντλησαν, οἰκονομικά, τήν αὐτοκρατορία, ἀλλά καί ἒδωσαν τήν εὐκαιρία στίς ἐπαρχίες τῆς Ἀνατολῆς (Συρία, Παλαιστίνη καί Αἲγυπτο) νά θέσουν πάλι ἐπί τάπητος τό σημαντικό ἀλλά ταὐτόχρονα ἀκανθῶδες θέμα τῶν σχέσεων Κράτους καί Μονοφυσιτῶν.

Σ’ αὐτή, λοιπόν, τήν κρίσιμη, γιά τήν αὐτοκρατορία, καμπή, ἐμφανίζονται οἱ Βεδουΐνοι Ἂραβες, χωρισμένοι σέ φυλές, τούς ὁποίους ἓνωσε ὁ Μωάμεθ καί ἳδρυσε μιά θρησκεία διεθνή, τό Ἰσλάμ. Οἱ Βυζαντινοί αὐτοκράτορες δέ διέγνωσαν, ἒγκαιρα, τόν κίνδυνο πού ἀντιπροσώπευε γι’ αὐτούς ἡ ἀφύπνιση τῶν Ἀράβων. Ἒτσι, τούς ἒδωσαν τή δυνατότητα νά ἐπεκταθοῦν, ἀνενόχλητοι, σέ διάφορες κατευθύνσεις καί νά γίνουν μεγάλη δύναμη. Στίς 20 Σεπτεμβρίου τοῦ 642, οἱ Ἂραβες εἰσῆλθαν στήν Ἀλεξάνδρεια. Τό Νοέμβριο τοῦ 644, ὁ χαλίφης Ὀμάρ ἐδολοφονήθη καί στό θρόνο τοῦ χαλίφη ἀνῆλθε ὁ Ὀθμάν. Οἱ Βυζαντινοί θέλησαν νά ἐπωφεληθοῦν τήν ἀλλαγή αὐτή, γιά νά ἀνακτήσουν τήν Ἀλεξάνδρεια καί τήν Αἲγυπτο. Πράγματι, τό 645 κατέλαβαν τήν πόλη, ὃμως νέος στρατός τῶν Ἀράβων ἀνάγκασε τούς Βυζαντινούς νά ἐγκαταλείψουν τήν πόλη.

Οἱ Ἂραβες, τή φορά αὐτή, φέρθηκαν σκληρά· κατέστρεψαν τά τείχη τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἒκαψαν ὀρθοδόξους ναούς καί σκότωσαν πολλούς ὀρθοδόξους. Στούς Κόπτες φέρθηκαν μέ ἐπιείκεια, ἐπειδή αὐτοί ὑποτάχθηκαν, ἑκούσια, στούς νικητές. Ἐξελέγη κόπτης Πατριάρχης ἀντί τοῦ ὀρθοδόξου.

Ἀπό τότε, χάθηκε, ὁριστικά, ἡ Ἀλεξάνδρεια γιά τό βυζαντινό κράτος. Τό χάσμα ὁλοκληρώνεται ἀνάμεσα στούς Χριστιανούς καί τούς Κόπτες καί εἶναι ἂξιο θαυμασμοῦ τό πῶς κατόρθωσε νά περισωθεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ παρουσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ Ἓλληνες (μελχίτες τούς ἒλεγαν, δηλ. βασιλικούς), ὃσοι δέν ἒγιναν μουσουλμάνοι, γιά νά σωθοῦν, ζοῦσαν στήν ἀφάνεια. Τό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Σάββα, στήν Ἀλεξάνδρεια, σημαδεύει τήν παρουσία τους, ἐφ’ ὃσον, ἐκεῖ, ὑπῆρχε ὀργανωμένη ἑλληνική δραστηριότητα.

Τό ἒτος 661, μετά τό θάνατο τοῦ τελευταίου τῶν «νομίμων χαλιφῶν» Ἀλῆ, ὁ χαλίφης Μωαβιά ἲμπν Ἀμπού Σοφιάν ἀνέβηκε στό θρόνο τοῦ χαλίφη καί ἒκανε τήν χαλιφεία κληρονομική, ἱδρύοντας τή δυναστεία τῶν Ὀμμεϋαδῶν, πού διήρκεσε 91 χρόνια. Ἀκολούθησαν οἱ δυναστεῖες τῶν Ἀββασιδῶν, τῶν Τουλουνιδῶν, τῶν Ἐσκουδιτῶν, τῶν Φατιμιδῶν, τῶν Ἀγιουβιτῶν, μέ τελευταία, στή σειρά, τή δυναστεία τῶν Μαμελούκων, οἱ ὁποῖοι διοίκησαν τήν Αἲγυπτο μέχρι τήν τουρκική κατοχή.

Τό 1517, ὁ σουλτάνος Σουλεϊμάν ὁ Μεγαλοπρεπής κατέλαβε τήν Αἲγυπτο, ἡ ὁποία ἒγινε ἐπαρχία τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Στά τέλη τοῦ ΙΗ’ αἰ., δύο Μαμελοῦκοι, ὁ Ἰμπραήμ καί ὁ Μουράτ, λυμαίνονταν τή χώρα καί λήστευαν καί τούς Εὐρωπαίους. Τό γεγονός αὐτό ἒδωσε τήν εὐκαιρία στό Ναπολέοντα Βοναπάρτη νά καταλάβει τήν Αἲγυπτο.

Ὁ Βοναπάρτης ἀποβιβάσθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια τήν 1 Ἰουλίου 1798, ἀφοῦ κήρυξε ὃτι ἦρθε γιά ν’ ἀποκαταστήσει τό γόητρο τοῦ σουλτάνου καί νά τιμωρήσει τούς Μαμελούκους. Πραγματικός ὃμως σκοπός του ἦταν νά δημιουργήσει ὁρμητήριο κατά τῶν ἰνδικῶν κτήσεων τῆς Ἀγγλίας. Στίς 7 Ἰουλίου, ξεκίνησε γιά τό Κάιρο, στίς 14 νίκησε τόν Μουράτ στήν περίφημυη μάχη τῶν Πυραμίδων καί στίς 24 μπῆκε στό Κάιρο. Στίς 3 Αὐγούστου ὁ μεταγωγικός του στόλος καταποντίστηκε, στό Ἀμπουκίρ, ἀπό τούς Ἂγγλους, ἐνῷ, στίς 11 τοῦ ἲδιου μήνα, συνέτριψε τόν Ἰμπραήμ καί, στίς 25, ὑπέγραψε τό διάταγμα τῆς ἳδρυσης τοῦ Αἰγυπτιακοῦ Ἰνστιτούτου.

Στίς 23 Αὐγούστου τοῦ 1799, ἀφοῦ ἂφησε τήν ἐξουσία στόν Κλεβέρ, ἒφυγε γιά τή Γαλλία. Ὃμως ὁ Σουλτάνος ἒστειλε καί ἂλλο στρατό, μέ τόν ἀργηγό τοῦ ὁποίου ὁ Κλεβέρ ὑπέγραψε τή συνθήκη τοῦ Ἐλ-Ἀρίς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ Μ. Βεζύρης ἀνέλαβε τήν ὑποχρέωση νά διαθέσει μεταγωγικά, πού θά μετέφεραν τούς Γάλλους στήν Τουλών. Στό μεταξύ, ὁ Μ. Βεζύρης προήλαυνε καί ὁ στρατός του ἐνισχυόταν ἀπό Βεδουΐνους καί ἰθαγενεῖς ληστές. Ὁ Κλεβέρ κατήγγειλε τή συμφωνία καί ἀκολούθησε τόν τουρκικό στρατό, μέ τόν ὁποῖον συγκρούστηκε στίς 20 Μαρτίου 1801, στήν Ἠλιούπολη. Ὁ Μ. Βεζύρης τράπηκε σέ φυγή, ἐνῷ στό Κάιρο ἂρχισε φοβερή σφαγή τῶν Χριστιανῶν καί γαλλοφίλων.

Ὃμως στίς 28 Φεβρουαρίου 1801 εἶχε κάνει τήν ἐμφάνισή του, στήν Ἀλεξάνδρεια ὁ ἑνωμένος ἀγγλοτουρκικός στόλος· ἀκολούθησε σύρραξη στό Ράμλι (παράλιο προάστειο τῆς Ἀλεξάνδρειας), μιά ἂλλη, στίς 21 Μαΐου καί στίς 25 Ἰουνίου, οἱ Γάλλοι ὑπέγραψαν μέ τούς Ἂγγλους συνθήκη ἐκκένωσης τῆς Αἰγύπτου.

Στήν Αἲγυπτο τοποθετήθηκε ἁρμοστής τοῦ Σουλτάνου ὁ Χοσρέφ πασᾶς, ἀνάμεσα στούς ἀξιωματικούς τοῦ ὁποίου ἦταν καί ὁ Ἀλβανός Μωχάμετ Ἂλη, γεννημένος τό 1769 στήν Καβάλα, ἐπικεφαλῆς χιλίων περίπου ἐπιλέκτων Ἀλβανῶν. Ὁ Μωχάμετ Ἂλη κατόρθωσε νά προαχθεῖ πολύ γρήγορα στή στρατιωτική ἱεραρχία καί ἀνακηρύχθηκε πασᾶς τῆς Αἰγύπτου.

Ἀφοῦ κατέσφαξε τούς Μαμελούκους καί κατέβαλε τούς Βαχαβίτες, ἐπιδόθηκε στήν ὀργάνωση τῆς χώρας. Ἒργα ἀρδευτικά, γεωργικά, συγκοινωνίας, πολεμικῆς παρασκευῆς, διοικητικῆς βελτίωσης, ἐκπαίδυσης, ἡ Μαχμουντία διώρυγα τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὁ νειλοφράκτης τοῦ Δέλτα, ἡ εἰσαγωγή τοῦ βαμπακιοῦ, ἡ πολιτική διαίρεση, τό λιμάνι τῆς Ἀλεξάνδρειας εἶναι ἒργα δικά του.

Ὀργάνωσε τακτικό στρατό ἀπό 100 χιλ. ἰθαγενεῖς καί μικρό στόλο μεταγωγικῶν στό Νεῖλο. Τό 1820 κατέκτησε τίς ἐπαρχίες τοῦ ἐσωτερικοῦ τῆς χώρας, γύρω ἀπό τό Νεῖλο καί ἒχτισε τό Χαρτούμ.

Συναισθανόμενος τή μεγάλη του δύναμη καί ἀντιλαμβανόμενος τήν ἐπικείμενη κατάρρευση τῆς Τουρκίας, φιλοδόξησε νά γίνει ἐπί κεφαλῆς τοῦ Ἰσλάμ. Μάλιστα, στήν Κωνσταντινούπολη, γινόντουσταν συζητήσεις, σχετικά μέ τό ἂν θά ἒπρεπε ὁ Μωχάμετ Ἂλη νά γίνει Σουλτάνος, προκειμένου νά ἀνορθώσει τήν καταρρέουσα Τουρκία. Ὃμως οἱ Μεγ. Δυνάμεις δέν ἢθελαν Τουρκία ἰσχυρή, γι’ αὐτό ὑπέγραψαν, μεταξύ τους, τή συνθήκη τοῦ Λονδίνου (1840), σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ Σουλτάνος θά εἶχε τήν ἐπικυριαρχία στήν Αἲγυπτο, ἀλλά ἀναγνώριζε τή δυναστεία τοῦ Μωχ. Ἂλη μόνιμη καί κάποια ἂλλα προνόμια.

Στά χρόνια τῆς διακυβέρνησης τοῦ κράτους ἀπό τόν ἐγγονό τοῦ Μωχ. Ἂλη, Ἀμπάς, στρώθηκε ἡ σιδηροδρομική γραμμή Καΐρου - Ἀλεξανδρείας καί συνδέθηκε, συγκοινωνιακά, τό Κάιρο μέ τό Σουέζ. Τόν διαδέχτηκε ὁ τέταρτος γιός τοῦ Μωχ. Ἂλη, Σαΐτ, ὁ ὁποῖος συνέχισε τό ἐκπολιτιστικό ἒργο τοῦ πατέρα του καί υἱοθέτησε τό σχέδιο τοῦ Λεσσέψ, γιά τήν τομή τοῦ Ἰσθμοῦ, γι’ αὐτό καί τό λιμάνι στή Μεσόγειο ἒχει τό ὂνομά του: Πορτ-Σαΐτ.

Διάδοχός του ὁ Ἰσμαήλ, γιός τοῦ Ἰμπραήμ, ἀντάξιος τοῦ Μωχάμετ Ἂλη. Στά χρόνια τῆς διακυβέρνησής του, ἒγιναν τά ἐγκαίνια τῆς διώρυγας. Ὃμως καταχρέωσε τή χώρα καί ἐξανάγκασε τίς πιστώτριες τῆς Αἰγύπτου, Γαλλία καί Ἀγγλία νά ἐπιβάλουν οἰκονομικό ἒλεγχο καί, στό τέλος, νά τόν ἐκθρονίσουν. Ὁ γιός του, Τεουφήκ (Ἰούνιος 1879) ὑπῆρξε ἐξαίρετος κυβερνήτης. Ἡ ἐπανάσταση τοῦ Ὀράμπι (1879) προκάλεσε τήν ἐπέμβαση τοῦ ἀγγλογαλλικοῦ στόλου.

Τότε, ξεσπασαν στήν Ἀλεξάνδρεια ταραχές, σφαγές καί λεηλασίες καί, ὓστερα ἀπό τήν ἣττα τοῦ Ὀράμπι στό Τέλλ-ελ-Κεμπίρ, ἐγκαθιδρύθηκε ἡ ἀγγλική κατοχή, ἡ ὁποία διήρκεσε μέχρι τόν μεγάλο πόλεμο (1914-18). Οἱ Ἂγγλοι ἐπιδόθηκαν στήν προαγωγή τῆς χώρας. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἒδειξαν στούς τομεῖς τῆς διοίκησης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς συγκοινωνίας, τῆς ἂρδευσης, τοῦ ὁδικοῦ δικτύου καί τῆς ὀργάνωσης τῆς ἀστυνομίας.

Τό 1899, στίς 21 Μαρτίου, κατόπιν συμφωνίας Γαλλίας-Ἀγγλίας, ἡ πρώτη παραιτήθηκε ἀπό τίς ἀξιώσεις της στόν Ἂνω Νεῖλο, οὐσιαστικά ἀπό τίς ἀξιώσεις της στήν Αἲγυπτο καί ἡ δεύτερη ἀναγνώριζε τή γαλλική πρωτοβουλία στό Μαρόκο.

Ἡ ραγδαία ὑλική καί πνευματική πρόοδος τῶν Αἰγυπτίων γέννησε σ’ αὐτούς τό πνεῦμα τῆς ἀνεξαρτησίας καί ἐμφανίζονται δύο τάσεις στή διεκδίκησή της. Οἱ ὑπερπατριῶτες ζητοῦσαν τήν χωρίς ὃρους ἐκκένωση τῆς Αἰγύπτου ἀπό τούς Ἂγγλους, ἐνῷ οἱ μετριοπαθεῖς ζητοῦσαν πλήρη ἐσωτερική αὐτονομία καί μόνιμη συγκυριαρχία μέ τούς Ἂγγλους. Ὑπῆρχε καί ἡ τουρκική προπαγάνδα, πού ἒδινε στόν ἐθνικισμό τῶν Αἰγυπτίων χαρακτήρα μισοξένου φανατισμοῦ. Ὂργανο αὐτῆς ἦταν ὁ γιός τοῦ Τεουφήκ καί διάδοχός του Ἀμπάς Χιλμῆς Β’.

Μέ τήν ἒκρηξη τοῦ μεγάλου πολέμου, ἡ Ἀγγλία ἀναγόρευσε τήν Αἲγυπτο προτεκτορᾶτο της, ἐπέβαλε τό στρατιωτικό νόμο, μέ τήν ὑπόσχεση νά τῆς παραχωρήσει πλήρη αὐτονομία, μετά τή νίκη, καί ἀναγόρευσε σουλτάνο τόν Χουσεΐν Κάμελ, γιό τοῦ Ἰσμαήλ. Μετά τό θάνατο τοῦ Χουσεΐν, τό 1917, ἀνέβηκε στό θρόνο ὁ νεώτερος ἀδελφός του, Ἀχμέτ Φουάτ.

Μετά τή νίκη, ἡ Ἀγγλία καθυστεροῦσε τήν ἂρση τοῦ προτεκτοράτου της. Τότε, ὁ ἀρχηγός τῶν ἐθνικοφρόνων Ζαγλούλ πασᾶς κατάρτισε μιά μόνιμη ἐπιτροπή ἐθνικῆς ἀποκατάστασης, τήν Οὐάφτ, ὃμως ἡ ἀγγλική Ἁρμοστεία δέν τοῦ ἐπέτρεψε νά παρουσιαστεῖ στό ἀνώτατο συμβούλιο τῆς εἰρήνης. Στό Κάιρο, ξέσπασαν ταραχές, δολοφονίες, καθολικές ἀπεργίες καί, παρά τίς προσπάθειες τῆς ἀ π ο σ τ ο λ ῆ ς Μ ί λ ν ε ρ, ἡ ὁποία συμβούλευσε νά δοθεῖ στή χώρα ἀνεξαρτησία, μέ τόν ὃρο σύναψης συμμαχίας μέ τήν Ἀγγλία, ἡ ἒκρυθμη κατάσταση συνεχιζόταν.

Γιά τέσσερις μῆνες συνεχίζονταν οἱ δολοφονίες Ἂγγλων καί κανένας Αἰγύπτιος δέν ἢθελε νά ἀναλάβει τήν κυβέρνηση. Τέλος, ὓστερα ἀπό διαπραγματεύσεις, στίς 28 Φεβρουαρίου 1922 καταργήθηκε, ὑπό ὃρους, τό προτεκτορᾶτο, ὁ Σουλτάνος ἀνακηρύχθηκε βασιλιάς· ἀκολούθησαν οἱ πρῶτες ἐλεύθερες βουλευτικές ἐκλογές καί ὁ Ζαγλούλ ἒλαβε 190 ἓδρες, ἐνῷ οἱ μετριοπαθεῖς 22.

Ὡς προθυπουργός, ὁ Ζαγλούλ πῆγε στό Λονδίνο, προκειμένου νά διαπραγματευθεῖ τούς ὃρους τοῦ σχεδίου κατάργησης τοῦ προτεκτοράτου, οἱ ὃροι του ὃμως ἀπορρίφθηκαν καί, ἀφοῦ ἀπέκρουσε τελεσίγραφο τῆς Ἁρμοστείας, παραιτήθηκε. Ὁ Ζαουάχρ πασᾶς σχημάτισε νέα κυβέρνηση, καί, τόν Μάιο τοῦ 1926, προκήρυξε νέες ἐκλογές πού ἒφεραν παμψηφεί τόν Ζαγλούλ, ὁ ὁποῖος ἒγινε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καί ἀρχηγός τῆς Οὐάφτ, κύριος τῆς κατάστασης. Μετά τό θάνατο τοῦ Ζαγλούλ, ὁ Μουσταφά-ελ-Ναχάς ἀκολούθησε τήν πολιτική του, ζητώντας τήν ἀποχώρηση τῶν Ἂγγλων καί τήν πλήρη ἀνεξαρτησία τῆς χώρας.

Οἱ διαπραγματεύσεις μεταξύ Αἰγύπτου καί Ἀγγλίας (Ναχάς - Ἦντεν) κατέληξαν στήν ὑπογραφή ἀγγλοαιγυπτιακῆς συνθήκης συμμαχίας καί φιλίας (26 Αὐγούστου 1936).

Στίς 29 Ἰουλίου 1937, ἐνθρονίσθηκε ὁ Φαρούκ, γιός τοῦ Φουάτ, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθανει τό 1936. Ἡ φιλοδοξία τοῦ Φαρούκ Α’ νά γίνει ἀδιαμφισβήτητος ἡγέτης τοῦ ἀραβικοῦ κόσμου καθώς καί ἡ μεγαλοϊδεατική πολιτική τῶν πρωθυπουργῶν τοῦ Φαρούκ ὁδήγησαν στή μή ἐφαρμογή τοῦ προβλεπόμενου ἐν καιρῷ πολέμου ἀρθρου τῆς συνθήκης τοῦ 1936 καί στήν τήρηση ἂψογης στάσης ἀπέναντι στόν Ἂξονα. Τά γεγονότα τοῦ Β’ Παγκοσμίου πολέμου καί ἡ εἰσβολή τοῦ Ρόμμελ στήν Αἲγυπτο (29 Ἰουνίου 1942) πανικόβαλαν τούς Αἰγυπτίους.

Μετά τήν καθήλωση τοῦ Ρόμμελ στό Ἐλ-Αλαμέιν ἀπό τούς Ἂγγλους, ὁ πρωθυπουργός Ναχάς ἒλαβε σειρά μέτρων γιά τήν οἰκονομική ἀνόρθωση τοῦ κράτους.

Στίς 7 Ὀκτωβρίου τοῦ 1951 ὁ Ναχάς κατέθεσε στή Βουλή τά ἒγγραφα πού καταργοῦσαν τήν ἀγγλοαιγυπτιακή συνθήκη τοῦ 1936 καί ὁ Φαρούκ ἀνακηρύχθηκε βασιλιάς τῆς Αἰγύπτου καί τοῦ Σουδάν. Στίς 13 Ὀκτωβρίου, ἂρχισαν σ’ ὃλη τή χώρα ἀντιβρετανικές ἐκδηλώσεις, οἱ ὁποῖες εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τήν παραίτηση τοῦ Φαρούκ (1952) ὑπέρ τοῦ γιοῦ του, Ἂχμετ Φουάτ Β’, πού εἶχε γεννηθεῖ στίς 2 Ἰανουαρίου 1950.

Ἡ ἀγγλική κατοχή τερματίσθηκε στίς 13 Ἰουνίου 1956 καί ἐξελέγη πρόεδρος τῆς δημοκρατίας ὁ πρωθυπουργός Γκαμάλ-αμπντ-ελ-Νάσερ. Τό σύνταγμα πού ἒγινε δεκτό ἦταν δημοκρατικό, συγκεντρωτικοῦ τύπου. Περιορίστηκε ἡ ἀγροτική περιουσία καί ἀπαγορεύτηκε στούς ξένους νά ἀγοράζουν καλλιεργήσιμη γῆ. Στίς 23 Ἰουλίου 1956 ἐθνικοποίησε τή διώρυγα τοῦ Σουέζ, ἡ ἐκχώρηση τῆς ὁποίας ἒληγε τό 1968 καί δήλωσε ὃτι, μέ τά εἰσοδήματα τῆς Διώρυγας θά ἒχτιζε ψηλό φράγμα καί θ’ ἀποζημίωνε τήν ἑταιρεία. Τήν κατασκευή τοῦ φράγματος ἀνέλαβε ἡ Σοβιετική Ἓνωση.

Τό γόητρο τοῦ Νάσερ ἀνυψώθηκε ἀκόμη περισσότερο καί ἡ Αἲγυπτος ἒγινε ἀσυναγώνιστος πόλος ἓλξης τῶν ἀραβικῶν χωρῶν. Ἒτσι τήν 1 Φεβρουαρίου 1958 ἀνακηρύχθηκε ἡ ἓνωση τῆς Αἰγύπτου μέ τή Συρία καί ἀποτέλεσαν τήν Ἑνωμένη Ἀραβική Δημοκρατία, στήν ὁποία προσχώρησε στίς 5 Μαρτίου καί ἡ Ὑεμένη· ὡστόσο διατηρήθηκε τό ἲδιο ὂνομα.

Ἡ ἐξωτερική πολιτική τῆς Ἑνωμένης Ἀραβικῆς Δημοκρατίας ἦταν ἀδέσμευτη, στηριζόμενη στά στρατιωτικά καί ἐθνικιστικά στοιχεῖα· ἒλαβε μέτρα σκληρά ἐναντίον τῶν μή Ἀράβων κατοίκων τῆς χώρας, οἰκονομικά καί πολιτικά, ἐνέτεινε τίς διώξεις τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων, ἐνίσχυε τά ἒνοπλα ἀραβικά ἀπελευθερωτικά κινήματα (Ἀλγερία, Ὀμάν) καί ἀνέπτυξε εὐρύτερες ἐμπορικές σχέσεις μέ τίς σοσιαλιστικές χῶρες, κυρίως μέ τήν ΕΣΣΔ. Τό περιβάλλον τοῦ Νάσερ αὐτοχαρακτηριζόταν ὡς ἀ ρ α β ι κ ό ς
σ ο σ ι α λ ι σ μ ό ς καί τό σύνθημά του ἦταν: Ἡ Αἲγυπτος στούς Αἰγυπτίους.

Ὁ Σαντάτ (1918-1981) διαδέχθηκε τόν Νάσερ στήν προεδρία τό 1970. Προσωπικότητα παγκόσμιας ἐμβέλειας, ὁ Σαντάτ ἀκολούθησε φιλοδυτική πολιτική. Ἀνανέωσε τίς διπλωματικές σχέσεις τῆς χώρας μέ τή Δύση καί τήν ἀπομάκρυνε ἀπό τό σοβιετικό μπλόκ. Τό 1973 κήρυξε πόλεμο ἐναντίον τοῦ Ἰσραήλ, τόν ὁποῖο, ἀργότερα, σταμάτησε. Τό 1977 ἐπισκέφθηκε, ἐπίσημα, τήν Ἱερουσαλήμ καί ὑπέγραψε μέ τούς ἡγέτες τή συμφωνία τοῦ Κάμπ Ντέιβιν, πού πρόβλεπε εἰρήνευση καί ἀνάκτηση τῆς χερσονήσου Σινᾶ. Γι’ αὐτή τή συμφωνία, τιμήθηκε, τό 1978, μέ τό Νόμπελ εἰρήνης, μαζί μέ τόν Μεναχίμ Μπέγκιν. Ἡ συμφιλίωση μέ τό Ἰσραήλ θεωρήθηκε λάθος του ἀπό τούς φανατικούς μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι τόν θεώρησαν προδότη καί τόν δολοφόνησαν (1981).

Ὁ Χόσνι Μουμπάρακ εἶναι ὁ τέταρτος πρόεδρος τῆς Αἰγύπτου, διάδοχος τοῦ Σαντάτ. Κατά τήν περίοδο τῆς προεδρίας του, τό 1989, ἡ Αἲγυπτος ἒγινε ξανά δεκτή στούς κόλπους τοῦ Ἀραβικοῦ συνδέσμου. Τό 1991, στόν πόλεμο τοῦ Κόλπου, τάχθηκε μέ τό μέρος τοῦ Κουβέιτ κι ἒστειλε δυνάμεις ἐναντίον τοῦ Ἰράκ, μέ ἀντάλλαγμα τήν παραγραφή χρέους τῆς χώρας 20 δισεκ. δολαρίων, ἀπό τίς Η.Π.Α., τήν Εὐρώπη καί τίς χῶρες τοῦ Κόλπου. Τό 2003 τάχθηκε ἐναντίον τῆς εἰσβολῆς στό Ἰράκ. Ἐνδιαφέρθηκε γιά τήν ἐπίλυση τοῦ Παλαιστινιακοῦ καί πέτυχε κατάπαυση τοῦ πυρός Ἰσραήλ-Χαμάς.

Τό 2008 τιμήθηκε μέ τό βραβεῖο Νεχρού, ἀπό τόν Ἰνδό πρόεδρο Πρατχίμπα Πατίλ, γιά τή Διεθνή Κατανόηση.

Στό ἐσωτερικό ἀκολούθησε πολιτική ἰδιωτικοποιήσεων. Ἒχει κατηγορηθεῖ γιά διώξεις πολιτικῶν του ἀντιπάλων καί γιά νεποτισμό. Ἀπό τίς 25 Ἰανουαρίου μέχρι τίς 11 Φεβρουαρίου 2011, ἀντιμετώπισε λαϊκή ἐξέγερση καί ἐξαναγκάστηκε σέ παραίτηση καί παράδοση τῆς ἐξουσίας στό στρατό.

Ἀπό τόν Μάρτιο 2011 μέχρι σήμερα, ἒχουν ξεσπάσει δογματικές συγκρούσεις Μουσουλμάνων καί Κοπτῶν, μέ τούς διαδηλωτές νά ὑποστηρίζουν ὃτι αὐτές ὑποκινοῦνται ἀπό πρώην ἀντικαθεστωτικούς πού τίς ἐπιδιώκουν, γιά νά ἐπανέλθουν, στό προσκήνιο, ἂν καὶ οἱ δύο αἰγυπτιακὲς ἀρχὲς Μουσουλμάνων καὶ Κοπτῶν ὑποστηρίζουν ὅτι ἀγωνίζονται γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα μέσα στὴ χώρα τῆς Αἰγύπτου ποὺ εἶναι ἡ πατρίδα τους.
Φυσικὰ οἱ ἐξελίξεις στὸ ἐσωτερικὸ δὲν ἦταν καθόλου εἰρηνικές, ἀφοῦ συνεχίστηκαν οἱ συγκρούσεις ἀνάμεσα στοὺς ὑποστηρικτὲς τοῦ Μουμπάρακ καὶ τῆς λαϊκῆς μάζας τῶν διαμαρτυρουμένων κατὰ τῆς ἐξουσίας.

Τελικά, ὅπως εἴδαμε πιὸ πάνω, δόθηκε ἡ ἐξουσία στὸν στρατὸ καὶ ὕστερα ἀπὸ ὑπεράνθρωπες μεταρρυθμίσεις καὶ ἀλλεπάλληλες συγκρούσεις, στὶς 24 Ἰουνίου 2012 ὁ Μοχάμεντ Μόρσι ἀνακηρύχθηκε νέος Πρόεδρος τῆς Αἰγύπτου. Τότε, ἄρχισε μία προσπάθεια συντάξης νέου συντάγματος μὲ ἀποτέλεσμα, στὶς 30 Νοεμβρίου, ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε μὲν ἀλλὰ ἀκολούθησαν συγκρούσεις καὶ διαμάχες μὲ θανάτους, ὥστε τελικὰ νὰ ὑποβάλει τὴν παραιτήσή του. Οἱ διαδηλώσεις καὶ οἱ συγκρούσεις συνεχίστηκαν.

Ἔτσι ἀναγκάστηκε ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἐνόπλων δυνάμεων Στρατηγὸς Ἄμνπτελ Φατὰχ Ἂλ Σίσι νὰ ἀναλάβει συμβιβαστικὴ καὶ εἰρηνευτικὴ ἐπεμβάση (1η Ἰουλίου 2013). Ὅμως, καὶ πάλιν, ὅπως καὶ παλαιοτέρα, ἡ Μουσουλμανικὴ Ἀδελφότητα ἀνέλαβε ἀντιστασιακὸ ἀγῶνα μὲ διαδηλώσεις καὶ ἐπιθέσεις ποὺ δημιούργησαν χάος καὶ θανάτους ἀνάμεσα στοὺς ὀπαδοὺς ἀλλὰ καὶ ὑποστηρικτὲς τοῦ Σίσι.

Βρισκόμαστε τώρα στὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2013, ὅπου συστάθηκε προσωρινὴ κυβέρνηση ἀλλὰ τελικὰ κατέληξε σὲ συνταγματική. Τότε ἀκριβῶς ἔγινε προσπάθεια ἀλλαγῆς τοῦ συντάγματος τοῦ 2012, τὸ ὁποῖο ἦταν καθαρὰ Ἰσλαμικό. Τὰ 50 μέλη τῆς ἐπιτροπῆς συντάξης καὶ ἀλλαγῆς τοῦ συντάγματος ὅλως παραδόξως ἀλλάξαν τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα ποὺ ὑποστήριξαν οἱ ἀκραῖοι Ἰσλαμιστές.

Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ συντάγματος ἔγινε μὲ 98% ὑπὲρ τὸ δημοψηφίσματος τὸν Ἰανουαρίου τοῦ 2014.

Ἔτσι, μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἐπετράπηκε ἡ νέα αὐτὴ καταστάση τοῦ ψηφισθέντος συντάγματος νὰ προκηρύξει ἐλεύθερες ἐκλογὲς τὸν Μάιο τοῦ 2014. Οἱ ἐλπίδες ὅλων τότε στράφηκαν πρὸς τὸν στρατιωτικὸ Σίσι, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μεταξὺ ἀποδείχθηκε ὁ πλέον ἱκανὸς νὰ ἀναλάβει τὴ νέα Κυβέρνηση, ἀφοῦ πρῶτα ἐγκατέλειψε τὴ στρατιωτική του ἰδιότητα. Γιὰ τὴν ὁλοκληρώση τῆς ἀποστολῆς του ὑποσχέθηκε οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ σταθερότητα στὴν Αἴγυπτο, ἀφοῦ εἶχε μεγάλη δημοτικότητα ἀπὸ τὴν πλειονότητα τῶν συμπατριωτῶν του. Ὅταν, τὸν Μάιο τοῦ 2014, ἔγιναν οἱ ἐκλογές, ὁ Σίσι ἔλαβε συντριπτικὴ νίκη ἀπὸ τὸν ἀντιπαλό του, ἀριστερὸ Χάμντεν Σαβαχί.

Ἡ νίκη αὐτὴ τοῦ Σίσι ἐπανέφερε τὸ σύστημα ποὺ ἐφάρμοσε παλαιοτέρα ὁ Μουμπάρακ, ἐκεῖνο τῆς ἀπολυταρχίας. Ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ἀνασυστάθηκε τὸ 2015 καὶ ἡ νέα αὐτὴ προσπάθεια τοῦ Σίσι ἐπανέφερε σὲ μία ἄνευ προηγουμένου σταθερότητα καὶ ἀσφάλεια σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ ξόδεψε μόνο ὀκτὼ ἑκατομμύρια δολάρια γιὰ τὴν προέκταση τῆς Διώρυγας τοῦ Σουέζ. Ἀκόμα ἀνακοίνωσε τὴ δημιουργία νέας πρωτευούσας ἀκριβῶς ἀνατολικά του Καΐρου γιὰ νὰ μειώσει τὴ συμφορήση καὶ τὸν ὑπερπληθυσμὸ τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2019 ἐγκαινίασε τὸν μεγαλύτερο Καθεδρικὸ Ναὸ καὶ τὸ ὑπερσύγχρονο Ἰσλαμικὸ τέμενος στὴν Αἴγυπτο.

Τὸν Μάρτιο τοῦ 2018 ὁ Σίσι ἦταν ξανὰ ὑποψήφιος γιὰ τὴν προεδρία καὶ νίκησε τὸν ἀντιπαλό του Μούσα Μουσταφὰ Μοῦσα μὲ 97% συντριπτικὴ νίκη. Ὅπως ἐξελίχθηκαν τὰ πράγματα φαίνεται ὅτι ὁ Σίσι ἑτοιμάζεται καὶ γιὰ τὶς ἑπόμενες ἐκλογὲς ποὺ προγραμματίζονται γιὰ τὸ 2024. Φυσικὰ ὁ νέος συνταγματικὸς νόμος τοῦ ἐπιτρέπει νὰ κυβερνήσει γιὰ δύο θητεῖες στὴν προεδρία τῆς χώρας.

Οἱ ἐξελίξεις αὐτὲς στὴ χώρα τοῦ Νείλου δὲν εἶναι καινούριες ἢ ἐφαρμόζουν τὸ σύστημα, αὐτὸ τῆς ἀπολυταρχίας, τοῦ ὁποίου οἱ ρίζες πᾶνε πίσω στὴν ἐποχὴ τῶν Φαραὼ καὶ ποὺ φαίνεται ξεκαθαρὰ ὅτι εἶναι τὸ μόνο σύστημα ἐπιβίωσης τῶν Αἰγυπτιωτῶν ἂν καὶ δυτικοὶ παρατηρητὲς ὑποστηρίζουν ὅτι χρειάζονται ριζικὲς μεταρρυθμίσεις στὸ ὅλο σύστημα γιὰ ἐκδημοκρατικοποίηση μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ δεδομένα.

Τὰ γεγονότα ἐξελίχθηκαν σὲ τέτοιο βαθμὸ μὲ τὴν Κυβέρνηση Σίσι, ὥστε ν’ ἀναπτυχθοῦν ἐγκάρδιες φιλικὲς σχέσεις μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας καὶ τὸν Προκαθήμενο Μακαριώτατο Πάπα καὶ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας καὶ πάσης Ἀφρικῆς κ. Θεόδωρο τὸν Β´. Μάλιστα, ἡ στενὴ συνεργασία τῶν Προέδρων Ἑλλάδα καὶ Κύπρο μὲ τὸν Πρόεδρο Σισί, ἐνίσχυαν σημαντικά το κλίμα καλλιέργειας συνεργασίας γιὰ τὴ δημιουργία εἰρήνης καὶ ἀσφαλείας σ’ ὅλη τὴ Μεσόγειο.

Μάλιστα, ὁ Πρόεδρος Σίσι καὶ ὁ Πατριάρχης Θεόδωρος ἐργάζονται ἀδελφικὰ καὶ ἔχουν ἀναπτύξει ἀκόμα περισσότερο τὸν δεσμό τους σὲ τέτοιο βαθμὸ ὥστε ἀνώτεροι κυβερνητικοὶ παράγοντες, ὑπουργοί, διοικητὲς κ.τ.λ. νὰ παρίστανται σὲ λειτουργίες καὶ ἑορτασμοὺς ποὺ προΐσταται ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος ὁ Β´. Χαρακτηριστικὰ εἶναι τὰ λόγια του Προκαθήμενου τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ θρόνου σὲ μία ἀπ’ αὐτὲς τὶς εὐχαριστηριακὲς συνάξεις: «Μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μου θέλω νὰ ἐκφράσω τὶς εὐχαριστίες μου γιὰ τὴν παρουσία τῶν ἐκπροσώπων τῆς Αἰγύπτου. Σᾶς εὐχαριστῶ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μου ποὺ ἤρθατε σήμερα στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ. Ἡ Αἴγυπτος εἶναι μία χώρα εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἦρθε καὶ τὴν ἐπισκέφθηκε ὁ Μεσσίας μᾶς Ἰησοῦς Χριστός! Σήμερα ἤρθατε νὰ μᾶς πεῖτε τὶς εὐχὲς σας μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σας γιὰ νὰ συναντηθοῦμε ὅλοι μαζὶ σὰν ἀδέλφια κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη τοῦ Θεοῦ» καὶ κατέληξε «Μουσουλμάνοι καὶ Χριστιανοὶ εἶναι ὅλοι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἤθελα στὸ προσωπό σας νὰ πῶ ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ στὸν Ἐξοχώτατο Πρόεδρο τῆς χώρας μας, τὸν Ἀμντὲλ Φατὰχ Ἂλ Σίσι. Νὰ τοῦ πεῖτε ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ γι’ αὐτὰ ποὺ κάνει γιὰ τὴν Αἴγυπτο, γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Ἀγαπάει τὸν Θεὸ γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς εἶναι κοντά του. Αὐτὴ ἡ εὐλογία νὰ εἶναι στὰ σπίτια καὶ στὶς οἰκογένειές σας. Ἀπέναντι στὸν Ἀδελφὸ Ἂλ Ἀζχάρι συναντῶ καὶ χαιρετίζω ὅλους τους ἀδελφούς μας Μουσουλμάνους. Σήμερα συναντᾶται τὸ Κοράνιο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, γιὰ νὰ δείξουμε ὅτι εἴμαστε ἀδέλφια, παιδιὰ τοῦ Θεοῦ».

Μὲ αὐτὰ τὰ καρδιακὰ λόγια του Μακαριωτάτου Πατριάρχου μᾶς φαίνεται ξεκαθαρὰ ὅτι ἡ μακρὰ παρουσία τῶν Ἑλλήνων στὴ Νειλοχώρα τῆς Αἰγύπτου ἐκπληρώνει στὸ ἀκέραιο τὴ βαθιὰ ἀδελφική, ἱστορικὴ συνύπαρξη ἀνάμεσα στοὺς Ἕλληνες καὶ Αἰγυπτίους. Ἡ Ἑλληνικὴ παρουσία στὴν Αἴγυπτο συνέβαλε ριζικὰ στὴν ἀνάπτυξη καὶ πρόοδο τῶν Αἰγυπτίων, ἀφοῦ σ’ ὅλους τους τομεῖς διαδραμάτισαν σημαντικὸ ρόλο, μέχρι καὶ τῶν ἡμερῶν μας πρωτοστατοῦν καὶ συμπαρίστανται στὶς προσπάθειες ποὺ καταβάλλει ὁ φίλος της Ἑλλάδας καὶ τῆς Κύπρου, πρόεδρος Σίσι, ὁ ὁποῖος σύμφωνα πάλι μὲ δηλώσεις τοῦ Προκαθήμενου τοῦ Δευτεροθρόνου Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας καὶ πάσης Ἀφρικῆς «καθημερινὰ παραχωρεῖ τίτλους ἰδιοκτησίας στὶς χριστιανικές μας ἐκκλησίες, ἐνῶ οἱ πολιτικὲς καὶ πολιτειακὲς ἀρχὲς τῆς Νειλοχώρας μᾶς ἐπιτρέπουν ἐλεύθερα νὰ λειτουργοῦμε στοὺς Ναούς μας, νὰ τοὺς συντηροῦμε, νὰ τοὺς ἀνακαινίζουμε καὶ νὰ τοὺς ἐξωραΐζουμε …».

Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια του Μακαριωτάτου κ. Θεοδώρου κλείνει τὸ σημερινό μας σημείωμα γιὰ τὴν Αἴγυπτο ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας.

Ἐπίμετρο:

Γιὰ τὴν παρουσία τῶν Ἑλλήνων στὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν προσφορὰ τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας δημοσιεύσαμε ἤδη ἐκτενεῖς μελέτες ὡς ἑξῆς: στὰ ἄρθρα μας μιλοῦμε γιὰ πρόσωπα καὶ καταστάσεις ποὺ βοήθησαν στὴν ἀνάπτυξη καὶ καλλιέργεια τῶν ἀγαθῶν σχέσεων ἀνάμεσα στοὺς Ἕλληνες καὶ Αἰγυπτίους, γενικότερα γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία (ἐκκλησίες, ὀργανώσεις, σχολεῖα, ὀρφανοτροφεῖα κ.τ.λ.). Δὲν ἀκολουθεῖται χρονολογικὴ σειρά. Κι αὐτὰ ποὺ παραθέτουμε εἶναι ἕνα μικρὸ μέρος τῶν ἐργασιῶν μας.

Ἀνέκδοτος ἐπιστολὴ Σαμουὴλ Κεπασούλη, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, Γρηγόριος Παλαμᾶς, 57 (1974) 293 – 299.

Ἀνέκδοτος ἐπιστολὴ τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἠμῶν Νεκτάριου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως, Θεολόγια 54 (1983), 347 – 350.

Μητροφάνης Κριτόπουλος. Ὁ φοιτητὴς τῆς Ὀξφόρδης ποὺ ἔγινε Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια, 1 Φεβρουαρίου 1989, 3 καὶ 16 Φεβρουαρίου 1989, 6.

Μία παραινετικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἰακώβου πρὸς τὴν Ἑλληνοαιγυπτιακὴ Κοινότητα Ἀλεξανδρείας, Φῶς (Καΐρου) 6 Μαΐου 1989, 1,4.

Μία ἄγνωστη πτυχὴ δραστηριότητας. Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος γιὰ τὴ Γυμναστική, Πάνταινος – Ὀκτώβριος – Δεκέμβριος 1989, 197 – 200.

Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος καὶ οἱ Ἕλληνες τοῦ Λονδίνου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια, 16 Ἰανουαρίου 1986, 7.

Ἡ συγκινητικὴ ἱστορία τοῦ Μωχάμετ Ἄλη καὶ οἱ σχέσεις του μὲ τὸν ἑλληνισμὸς τῆς Αἰγύπτου, Παναιγύπτια, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1991, 23-24.

Ἡ Ἑλληνικὴ Ἀδελφότητα τῶν ἐν Αἰγύπτω Κυπρίων, Ἡ Κύπρος μας, Ἀπρίλης – Ἰούνης 1991, 35-38.

Ἡ ἀνασύστασης τῆς Ἀλεξανδρινῆς Βιβλιοθήκης, Ἐλεύθερη Κυθρέα, Γενάρης -Ἀπρίλης 1991, 45-47.

Ἀπὸ τὴν ἱστορία τῶν Ἑλληνικῶν Σχολῶν τοῦ Ἀπόδημου Ἑλληνισμοῦ. Ἡ Ἀμπέτειος Σχολὴ Καΐρου, Ὁ Ἑλληνισμὸς τοῦ Ἐξωτερικοῦ, Ἰανουάριος 1991, 22-23, 40.

Ἡ παρουσία τοῦ Μοναχισμοῦ στὴν Ἐκκλησία Ἀλεξανδρείας. Διαχρονικὴ προσφορά, Ἐκκλησιαστικὸς Φάρος, τόμ. ΟΑ´ (1999) 87-112.

Τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ Ἑλληνισμοῦ, Πάνταινος, Σεπτέμβριος – Ὀκτώβριος 2000, 450 -453.

Τὸ παράσημο τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου στὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας, Ἑλληνικὸς Τύπος, Ὀκτώβριος 1990, 9.

Τὰ 150 χρόνια ἀπὸ τὴν ἵδρυση τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητας τῆς Ἀλεξανδρείας, Ἐλεύθερη Κυθρέα, Γενάρης – Μάης 1996, 35-40.

Πρὶν ἀπὸ 151 χρόνια. Ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, Πανταινος, Σεπτέμβριος 1998, 324-326.

Γιὰ μία ὁλοκληρωμένη παρουσίαση τοῦ ἔργου τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας καὶ πάσης Ἀφρικῆς ἀναφέρουμε τὸ πιὸ κάτω κλασσικὸ μας ἔργο «Πατριαρχεῖον τῆς Μεγάλης πόλεως Ἀλεξανδρείας» ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Μίλητος, Ἀθῆναι 1998, στ’ Ἀγγλικὰ καὶ Ἑλληνικά.

Ἐπίσης, συλλογὴ δημοσιευμάτων μας γιὰ τὴν ἱστορία Ἑλληνισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας στὴν Αἴγυπτο στοὺς δύο πολύτιμους τόμους, «Ἱστορικὰ Ἀνάλεκτα Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας καὶ πάσης Ἀφρικῆς», τόμ. Α´, Λευκωσία 2002, σελ. 655 καὶ τόμ. Β´, Λευκωσία 2009, σελ. 543, ἔκδοσις Κέντρου Μελετῶν Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου.

[](#)[](#)