Η ιστορία του ηλεκτρισμού στην Ελλάδα και οι σταθμοί που μεταμόρφωσαν την εικόνα της Επιχείρησης - Τι άλλαξεμέσα σε 14 μήνες για τον γίγαντα του ηλεκτρικού συστήματος

H απόσυρση του κεραυνού από το λογότυπό της, που για δεκαετίες συνόδευε το brand της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, αποτελώντας ένα είδος ιερού συμβόλου, σφραγίζει ένα μεγάλο κεφάλαιο 70 ετών στην ιστορία της, η οποία ξεκίνησε στις αρχές του ’50, μέσα από μια εποποιία εξαγορών.

Είναι η εποχή που η ΔΕΗ αποκτά συνολικά 400 εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας πανελλαδικά και πρωτοστατεί στη διείσδυση του ηλεκτρισμού σε όλη τη χώρα που θα ακολουθήσει βήμα γοργό τα επόμενα χρόνια. Επενδύει σε ένα ενιαίο διασυνδεδεμένο ηλεκτρικό σύστημα και αξιοποιεί τον εγχώριο ορυκτό πλούτο του λιγνίτη και του υδροηλεκτρικού δυναμικού κάνοντας προσιτή την τιμή του ρεύματος.

Η ΔΕΗ θα πάρει τη σκυτάλη από την πρώτη εταιρεία ηλεκτρισμού (Γενική Εταιρεία Εργοληψιών), που από την οδό Αριστείδου στις αρχές του αιώνα θα ηλεκτροδοτήσει τα ανάκτορα και το ιστορικό κέντρο της Αθήνας – και εν συνεχεία από την αμερικανική Thomson-Houston και άλλες πολυεθνικές που σε συνεργασία με την Εθνική Τράπεζα θα ξεκινήσουν τον ηλεκτροφωτισμό των μεγάλων πόλεων.

Μέχρι το 1929, σύμφωνα με τα ιστορικά αρχεία της Επιχείρησης, θα ηλεκτροδοτηθούν 250 πόλεις με πληθυσμό πάνω από 5.000 κατοίκους. Ο ηλεκτρισμός όμως δεν ήταν για όλους και στις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας, που δεν υπήρχε μεγάλο εμπορικό ενδιαφέρον, η ηλεκτροδότηση είχε περάσει στα χέρια ιδιωτών ή δημοτικών αρχών με την κατασκευή μικρών εργοστασίων. Οι δυσκολίες στην παραγωγή και η εισαγωγή ακριβών καυσίμων (πετρέλαιο, γαιάνθρακας) καθιστούσαν απαγορευτικά τα τιμολόγια ρεύματος και η ηλεκτρική ενέργεια ήταν είδος πολυτελείας.
Την εικόνα αυτή αναστρέφει η ΔΕΗ από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, οπότε και πρωταγωνιστεί στην ανάπτυξη ενός αξιόπιστου και σύγχρονου ηλεκτρικού συστήματος πετυχαίνοντας ένα μικρό θαύμα, που είναι η ενεργειακή αυτονομία της χώρας. Η ΔΕΗ γίνεται ο βασικός πυλώνας της εκβιομηχάνισης δίνοντας φως σε όλα τα ελληνικά νοικοκυριά.

Αυτό το success story που κράτησε κάποιες δεκαετίες, μέσα από ένα γιγαντιαίο επενδυτικό πρόγραμμα, θα σκιάσουν λίγα χρόνια αργότερα η κομματικοποίηση της διοίκησης, οι πολιτικές παρεμβάσεις στον τρόπο λειτουργίας της, η διόγκωση του δανεισμού και των προσλήψεων, αλλά και η ένταση του συνδικαλιστικού κινήματος, που υπήρξαν διαχρονικές πληγές. Το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρισμού που ακολούθησε, οι στρεβλώσεις που δημιούργησε και η αδιαφορία των κυβερνώντων, οι οποίοι έβλεπαν πάντα τη ΔΕΗ σαν μια ιερή αγελάδα που χρησιμοποιούσαν μόνο για να αρμέγουν, έφεραν την Επιχείρηση στο χείλος του γκρεμού. Ακόμη και αν κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να την αφήσει να κυλήσει στον βούρκο, η απαξίωση της ΔΕΗ υπήρξε ένας πραγματικός κίνδυνος το προηγούμενο διάστημα.

Σε τροχιά ανάκαμψης

Το κλείσιμο αυτού του κύκλου και η αποκάλυψη του νέου λιτού brand, που απευθύνεται κυρίως στη νέα γενιά καταναλωτών, σηματοδοτούν τη ριζοσπαστική αλλαγή του ψηφιακού μετασχηματισμού που συντελείται μεθοδικά τον τελευταίο χρόνο για τη μεγάλη βιομηχανία.
Η Επιχείρηση γυρίζει την πλάτη στους «κεραυνούς» και τις «αστραπές» των ορκωτών ελεγκτών της προηγούμενης περιόδου και ανοίγει νέο κύκλο που, όπως περιέγραψε κατά την τελετή παρουσίασης του νέου λογότυπου ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι ο κύκλος της προόδου, της αέναης προσπάθειας, της φρεσκάδας και του εκσυγχρονισμού.
Αλλωστε για την κυβέρνηση η ΔΕΗ είναι μια εμβληματική εταιρεία. Μια βιομηχανία με χιλιάδες εργαζομένους και περίπου 6 εκατομμύρια πελάτες-καταναλωτές που υπηρετεί τη θεμελιώδη προσπάθεια της νέας διακυβέρνησης για την απεξάρτηση της χώρας από τα ορυκτά καύσιμα. Η απολιγνιτοποίηση, η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που έχει γίνει στη χώρα, είναι το μεγάλο στοίχημα της ΔΕΗ, ένα μεγαλόπνοο σχέδιο που της δίνει αξία και αποτελεί μαζί με την ανάκαμψη των οικονομικών μεγεθών τον κυριότερο λόγο που επιστρέφουν στη μετοχή της τα μεγάλα ξένα θεσμικά χαρτοφυλάκια.
Τον στόχο της απεξάρτησης από τον λιγνίτη υπηρετεί η ΔΕΗ με ένα καλά μελετημένο επιχειρησιακό σχέδιο, το οποίο προβλέπει ολοκληρωτική στροφή στην πράσινη ανάπτυξη, ψηφιοποίηση του δικτύου με τη δημιουργία νέων προϊόντων και υπηρεσιών, σύναψη στρατηγικών συνεργασιών στην ηλεκτροκίνηση και εγκατάσταση 10.000 σημείων φόρτισης το επόμενο διάστημα, ριζική αναδιάρθρωση της εμπορικής της πολιτικής, αλλά και εκπόνηση ενός νέου business plan, το οποίο θα γίνει το ιερό ευαγγέλιο της νέας εποχής.
Οταν ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ Γιώργος Στάσσης δήλωνε στο «business stories» πριν από έναν χρόνο ότι η Επιχείρηση μπορεί να γυρίσει σελίδα με ορατά αποτελέσματα από τον πρώτο χρόνο αναδιάρθρωσης φαίνεται ότι το εννοούσε.

Μέσα σε 14 μήνες έχουν συντελεστεί σημαντικά και καθοριστικά βήματα, μολονότι ο δρόμος για την πλήρη ανάκαμψή της παραμένει μεγάλος και ανηφορικός. Εγιναν αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της, έχουν αρθεί οι μεγάλες οικονομικές αβεβαιότητες, η Επιχείρηση από ζημίες πέρασε σε οριακή κερδοφορία, σταδιακά εγκαταλείπεται ο ρυπογόνος και δαπανηρός λιγνίτης, με στόχο έως το 2023 να έχει βάλει λουκέτο στο 80% της ανθρακικής παραγωγής – και έχει ξεκινήσει ένα γενναίο πρόγραμμα αναδόμησης του προσωπικού, το οποίο μέχρι τα τέλη του έτους υπολογίζεται να βγάλει συνολικά σε εθελουσία άνω των 2.200 εργαζομένων.
Τίποτα όμως απ’ όλα αυτά δεν θα έχει συμβεί αν η ΔΕΗ δεν είχε την πολιτική στήριξη και αν η κυβέρνηση (όχι χωρίς κόστος) δεν προχωρούσε σε θεσμικές παρεμβάσεις που να απομακρύνουν τα μεγάλα βαρίδια και τις αγκυλώσεις του παρελθόντος.

Η μείωση του ΕΤΜΕΑΡ και η αύξηση τιμολογίων

Η απόφαση που πήρε τον περσινό Σεπτέμβριο ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κωστής Χατζηδάκης για την αύξηση των τιμολογίων έδωσε μια μεγάλη ανάσα στα οικονομικά της ΔΕΗ. Σήμερα, εξαιτίας εκείνης της πρωτοβουλίας, η οποία συνοδεύτηκε με τη μείωση του ΕΤΜΕΑΡ (του τέλους για τις ΑΠΕ που πληρώνουμε μέσω του ηλεκτρικού ρεύματος), για να μην περάσουν στους οικιακούς καταναλωτές οι αυξήσεις, κινδυνεύει να τιναχθεί στον αέρα ο λογαριασμός πληρωμών των παραγωγών ΑΠΕ (ΕΛΑΠΕ), ο οποίος από πλεονασματικός έχει επιστρέψει σε έλλειμμα ύψους 287,6 εκατ. ευρώ.
Η επιλογή εκείνη υπολογίζεται ότι στέρησε από τον ΕΛΑΠΕ περί τα 200 εκατ. ευρώ τον χρόνο, αποτελώντας τη νέα καυτή πατάτα της κυβέρνησης. Το ΥΠΕΝ προχώρησε επίσης στην άρση της μονιμότητας στη ΔΕΗ, επιτρέποντας ευέλικτες διαδικασίες στις προσλήψεις και τις προμήθειες που έδωσαν στην Επιχείρηση τον αέρα μιας εταιρείας του ιδιωτικού τομέα. Δεν ήταν όμως μόνο αυτά τα μέτρα που τη βοήθησαν να δει φως στο βαθύ τούνελ.

Η κυβέρνηση προχώρησε ταυτόχρονα στην κατάργηση των δημοπρασιών ηλεκτρικής ενέργειας, ενός μηχανισμού απώλειας μεριδίου που λειτουργούσε σε βάρος της ΔΕΗ προς όφελος των ανταγωνιστών της. Επιστέγασμα της πολιτικής ήταν η ταχεία απολιγνιτοποίηση από την οποία η ΔΕΗ απαλλάσσεται από το δυσβάσταχτο κόστος του λιγνίτη και της αγοράς δικαιωμάτων ρύπων, απόφαση με την οποία άνοιξε ο δρόμος για ένα διαφορετικό μείγμα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που βάζει μετά από δεκαετίες στον χάρτη των ΑΠΕ τη ΔΕΗ. Ηδη μέσα σε λίγους μήνες ολοκληρώθηκαν εκκρεμότητες ετών. Η Επιχείρηση προχώρησε στην ωρίμανση έργων, στην κατασκευή και την ανακαίνιση παλαιότερων έργων (repowering), ενώ σύναψε μνημόνια συνεργασίας με μεγάλους διεθνείς ομίλους, θέτοντας τις βάσεις που θα θεμελιώσουν το όραμά της για τη μεγάλη μετάβαση στις καθαρές μορφές ενέργειας.

Επόμενο βήμα είναι η εξασφάλιση από τις Βρυξέλλες μιας μεγάλης οικονομικής στήριξης συνολικού ύψους 200 εκατ. ευρώ ετησίως για κάθε μονάδα λιγνίτη που θα κρατά σε λειτουργία μετά το 2023. Το αίτημα έχει υποβληθεί από καιρό στην Ε.Ε., αλλά το πράσινο φως δεν έχει ακόμη δοθεί. Η ρευστότητα είναι ένα επιπρόσθετο αγκάθι για την Επιχείρηση, καθώς την πιέζει ο όγκος των χρεών. Η ΔΕΗ αναζητά λύσεις μέσα από την τιτλοποίηση εσόδων, ωστόσο ήδη έχει καθαρίσει τον ισολογισμό της κάνοντας προβλέψεις ότι οι λογαριασμοί αυτοί σε μεγάλο βαθμό δεν θα εισπραχθούν. Η πώληση του 49% του ΔΕΔΔΗΕ, η οποία, εκτός απροόπτου, θα ξεκινήσει τον Νοέμβριο, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το α’ τρίμηνο του 2021, γεννά πρόσθετα έσοδα άνω 1 δισ. ευρώ που κάνουν τη ΔΕΗ να βλέπει μπροστά – με όραμα και προσδοκία ότι η ανάκαμψη δεν είναι μακριά.