Θυμάμαι την Πρωτοχρονιά του 2021 που όλοι πιστεύαμε πως ο εφιάλτης της πανδημίας θα έφτανε στο τέλος.

Περιμέναμε τον γενικό εμβολιασμό. Γενικά υπήρχε προσδοκία πως τα πράγματα θα πάνε καλύτερα μετά από ένα εφιαλτικό 20μηνο.

Σήμερα όχι μόνο είμαστε στο «μηδέν», αλλά παλεύουμε με το άγνωστο, την αβεβαιότητα. Οι προσδοκίες για λύτρωση μοιάζουν λόγια άλλης εποχής. Μαυρίλα παντού, αλλά γράφω αυτές τις αράδες για να μοιραστώ μαζί σας το ωραίο πρωινό που είχα σήμερα…

Ξύπνησα σε ένα χωριό της Βόρειας Εύβοιας. Δεν θα σας πω σε πιο χωριό. Αφήστε τη φαντασία σας να δουλέψει. Χουχουλίζω πάντως μπροστά σε ένα τζάκι και από το παράθυρο βλέπω το δρύινο δάσος, παχιές φυλλωσιές.

Κάθε τόσο τα παιδιά του χωριού χτυπάνε την πόρτα για να μου πουν τα κάλαντα. Αυτά τα κάλαντα δεν είναι όμοια με αυτά που έχω ακούσει στην Αθήνα. Τα παιδιά εδώ είναι χαμογελαστά. Σε κοιτάνε στα μάτια. Δεν έχουν σκυμμένο το κεφάλι. Δεν κρατάνε τηλέφωνο στα χέρια. Μόνο το τριγωνάκι τους.

Στην πλατεία, δύο παρέες υλοτόμων έχουν ραντεβού να ανέβουν στο βουνό. Πάνε να κόψουν τα τελευταία ξύλα της χρονιάς. Τα τζάκια των σπιτιών καπνίζουν. Οι μυρωδιές στις καμινάδες μπερδεύονται. Κάποια ζύμη ψήνεται. Πίτες πρέπει να είναι. Καπνίζουν και οι φούρνοι.

Ο καιρός είναι χειμωνιάτικος. Έχει συννεφιά, κάνει κρύο. Μπορεί και να χιονίσει. Ακούγεται και το νερό από το ρυάκι. Και το θρόισμα των φύλων.

Ζωάρα εδώ στη Βόρεια Εύβοια…

«Μεγάλε ξύπνα και πάρε το αυτοκίνητο από εδώ γιατί θα καείς σε ζωντανή μετάδοση… Μας κύκλωσε η φωτιά. Φύγε. Θα φύγουν και τα πυροσβεστικά…»

Γαμώτο. Ποιο είναι το όνειρο και ποιος ο εφιάλτης;

Καιγόμαστε. Και έχω και 5 αναπάντητες κλήσεις από το κανάλι. Με πήρε ο ύπνος όρθιο. Ντροπή. Κι εγώ ονειρευόμουν κάλαντα, πίτες και χιόνια. Εδώ βράζει ο τόπος.

«Σε 5 λεπτά βγάλε εικόνα Κώστα. Που είσαι;»

Που είμαι; Έλα ντε; Έχω σήμα; Μπαταρία;

Κάπου στις Καματριάδες είμαι ή μήπως στις Γούβες. Δε έχω ορατότητα. Στον ύπνο μου και στο ξύπνιο μου ο καιρός είναι μουντός. Έχω χάσει την ώρα. Είναι πρωί ή είναι απόγευμα; Δεν ξέρω.

Τα πόδια μου είναι καμένα. Θα χρειαστώ έναν γιατρό και μια αλοιφή αλλά δεν έχω χρόνο. Εδώ βλέπω μόνο υλοτόμους, μελισσοκόμους, πυροσβέστες και κόσμο που προσπαθεί με τα χέρια του να σώσει και την τελευταίο δέντρο.

Τα παιδιά αντί για τριγωνάκι κρατάνε τη μάνικα. Δεν γελάνε. Κλαίνε.

Και πως να φύγεις όταν η γιαγιά μου κλαίει γονατιστή. Δεν παλεύεται. Εξομολογήσου μεγάλε.Και τι να πεις σε αυτά τα πανέμορφα βουρκωμένα μάτια που σε κοιτάνε με αγωνία;

«Εσύ που είσαι από το κανάλι κάτι θα ξέρεις παιδάκι μου. Πότε θα σβήσει η φωτιά μανούλα μου; Δε με νοιάζει για μένα. Για το δάσος με νοιάζει».

Πόσο μικρός είσαι Κώστα. Μόνο μία φωνή έχεις. Αυτό είναι το όπλο σου. Κράτα την ανοιχτή και μίλα με ηρεμία. Μην περνάς το συναίσθημα. Μόνο πληροφορία.

Μείνε δίπλα στους ανθρώπους που καίγονται. Ακου τη φωνή τους. Πέρασε το μήνυμα τους. Άνοιξε το μυαλό σου και την καρδιά σου.

Πάρε δύναμη από το μεγαλείο τους και σκέψου θετικά. Πάντα με ευγένεια.

Μη βιάζεσαι. Μην σκηνοθετείς τον πόνο. Όποιος δε γουστάρει να αλλάξει κανάλι. Να είσαι ο εαυτός σου.

Να υποκλίνεσαι στο μεγαλείο της ψυχής της γιαγιάς και του παππού που είναι στο κατάστρωμα του φέρι μποτ. Κάποτε έστυβαν την πέτρα. Εκεί που είναι, θα έρθεις.

Πήγαινε κοντά να ακούσεις τα σόναρ της ψυχής τους. Να νιώσεις τους χτύπους της καρδιάς τους.

Αν τους ακούς σημαίνει πως είσαι ζωντανός. Σημαίνει πως είσαι άνθρωπος.

Δούλεψε διπλά. Υποσχέσου πως θα κάνεις ότι μπορείς για να αλλάξει αυτό το χάλι.

Η φωτιά που μας καίει δεν άναψε σήμερα. Έχει ανάψει εδώ και χρόνια στα σχολεία μας, στις υποδομές μας, στην οργάνωση μας. Έχει ανάψει μέσα μας και δεν την σβήσαμε.

Σβήστη τώρα και άλλαξε τα όλα. Μόνο αυτό υποσχέσου και στη γιαγιά και στον παππού και στα παιδιά σου και κυρίως στον εαυτό σου.

Και έχουμε πολλά να αλλάξουμε.

Για αυτό περιμένω με αγωνία το 2022. Γιατί όσο ζω θα ελπίζω πως κάτι θα αλλάξει.

Κι επειδή κάποια στιγμή θα επιστρέψω στα χωριά της Εύβοιας χωρίς κάμερες.

Για να τους κοιτάξω στα μάτια και να ονειρευτώ και πάλι πως είμαι στον Παράδεισο.

Καλή χρονιά.