Την περασμένη εβδομάδα ο Αλέξης Τσίπρας σε μια κίνηση τακτικής διαχώρισε τον Μητσοτάκη από τη ΝΔ ή τη Δεξιά, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι η πολιτική των Μητσοτάκηδων διαχρονικά έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, συνιστά μια ξεχωριστή κατηγορία που δεν εκφράζει απαραίτητα όλη τη Δεξιά.

Σε ελεύθερη μετάφραση, αρχής γενομένης από την κυβέρνηση Μητσοτάκη την περίοδο 1990-1993 και στη συνέχεια με τη σημερινή κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη η πολιτική των «Μητσοτάκηδων» (δική μας έκφραση) συνδυάζει τον σκληρό νεοφιλελευθερισμό της απορρύθμισης του κράτους έναντι της αγοράς και των ιδιωτικοποιήσεων σε συνδυασμό με την κομματοκρατία, τα ρουσφέτια, την εύνοια των ημετέρων.

Ενδεικτικά, την περασμένη Δευτέρα, κατά την συνέντευξη στον ΣΚΑΪ ανέφερε:

«Η κυβέρνηση έχει μια αντίληψη για το πώς λειτουργεί η οικονομία και αυτή η αντίληψη, είναι να αφήνουμε την αγορά να αυτορυθμιστεί και το κράτος δεν παρεμβαίνει. Αυτή είναι η αντίληψη Μητσοτάκη. Είναι η αντίληψη του κ. Μητσοτάκη, αλλά θα έλεγα ότι είναι και η αντίληψη Μητσοτάκη γενικά διότι αυτό το έργο το είδαμε και το 1990-1993. Δεν ξέρω αν είναι η αντίληψη της Δεξιάς αυτή, διότι ξέρετε, υπάρχει κι ένα κομμάτι μέσα στη Νέα Δημοκρατία που δεν ασπάζεται αυτές τις αντιλήψεις».

Δύο ακόμη χαρακτηριστικές αναφορές έκανε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, κατά την παρέμβασή του στην συζήτηση στη Βουλή για την ιδιωτικοποίηση του ΕΦΚΑ, την Πέμπτη:

«Εσείς οι νεοφιλελεύθεροι είστε χειρότεροι, αποδειχθήκατε χειρότεροι. Για να θυμούνται οι γηραιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, τι διαπράξατε επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη το 1990-1993 στη ΔΕΗ; Τα ξεχάσατε; Μέσα σε μία τριετία 11.600 προσλήψεις. Αυξήσατε κατά το ένα τρίτο το δυναμικό της ΔΕΗ με ρουσφέτια. 8.700 ρουσφέτια σε μία χρονιά! Αυτές είναι οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη και οι λογικές Μητσοτάκη στη χώρα: δήθεν λιγότερο κράτος, αλλά περισσότερο κομματικό κράτος».

«Αυτό είναι το πραγματικό κοινωνικό πρόσωπο της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, της κυβέρνησης Μητσοτάκη, της αντίληψης Μητσοτάκη. Εγώ δεν θα λέω, κυβέρνηση Μητσοτάκη και δεν θα λέω μόνο Δεξιά γενικά. Είναι μια ξεχωριστή πολιτική αντίληψη που δοκιμάστηκε και το 1990-1993, δοκιμάζεται και το 2019-2022. Και είναι ένα κοινωνικό πρόσωπο ανάλγητο, είναι μια αντίληψη που θέλει το κράτος πελάτη ιδιωτικών συμφερόντων».

Τα παραπάνω αποτελούν μια προσπάθεια διεμβολισμού της κυβερνητικής παράταξης, απομόνωσης της ηγεσίας, μια προσπάθεια να εντείνει την οποία δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της ΝΔ και στη βάση, εν τέλει να διαιρέσει τον αντίπαλο σε μια στιγμή που η κυβέρνηση αρχίζει πλέον και καταγράφει φθορά.

Την Πέμπτη, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Τσίπρας σε δηλώσεις του στο ραδιόφωνο των Παραπολιτικών φάνηκε να τραβάει αυτή τη γραμμή πολύ παραπέρα, καθώς σημείωσε ότι στο κόμμα του «δεν θεωρούμε αντίπαλο ούτε καν ένα κομμάτι της Κεντροδεξιάς όσο δεν είναι μαζί με τον κ. Μητσοτάκη».

Στο διευκρινιστικό ερώτημα αν διαχωρίζει τη ΝΔ στα δύο απάντησε:

«Είναι προφανές ότι δεν είναι όλοι ίδιοι εδώ υπάρχει μια πολιτική που δεν έχει μέλλον πέρα από τη χώρα ούτε για τη ΝΔ δεν έχει μέλλον».

Περαιτέρω στο ερώτημα αν με αυτό το κομμάτι θα μπορούσε να υπάρξει ακόμη και συνεργασία, «υπό κάποιες συνθήκες εθνικές» απάντησε: «Γενικά στο μέλλον ναι, η προσωπική μου άποψη είναι ότι θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε. Στην Ελλάδα για να αλλάξουν πράγματα χρειάζεται να υπάρξουν πολιτικές που αναγκαστικά πρέπει να έχουν μια κάποια διακομματική συναίνεση το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει και κομμάτια του δημοκρατικού Κέντρου, της δημοκρατικής κεντροδεξιάς. (Θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε) με ένα κομμάτι της Κεντροδεξιάς που δεν είναι με τον κ. Μητσοτάκη. Υπάρχουν υγιείς δυνάμεις στο χώρο της Κεντροδεξιάς».

Με δεδομένο ότι η δήλωση αυτή είναι ανοιχτή σε ερμηνείες και από ΜΜΕ φιλικά προς την κυβέρνηση αποδόθηκε ως «συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ με ΝΔ» ο βουλευτής υποχρεώθηκε σε διευκρινιστική δήλωση για να ξεκαθαρίσει ότι δεν μιλάει για συνεργασία των δύο κομμάτων και να αποδώσει τις παρανοήσεις και παρερμηνείες στην «μονταζιέρα» των «ΜΜΕ της λίστας Πέτσα». Πέρα από τη ζημιά του να διακινείται εν μέσω μακράς προεκλογικής περιόδου η «φήμη» ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ανοιχτός σε συνεργασία με τη ΝΔ χωρίς τον Μητσοτάκη, στον απόηχο μάλιστα των σεναρίων που πυροδοτήθηκαν την περασμένη Δευτέρα από την αναφορά του Αλέξη Τσίπρα στα εσωκομματικά δημοψηφίσματα, οι δηλώσεις του εν λόγω βουλευτή, λόγω της συγγενικής σχέσης με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, ενείχαν και τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι απηχούν απόψεις ή κάποιες σκέψεις του ίδιου του προέδρου. Εξ ου και μόλις πήρε διάσταση το θέμα, ο βουλευτής προέβη γρήγορα σε διευκρινιστική δήλωση.

Σαφώς θέμα συνεργασίας ΝΔ με ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει ούτε κατά διάνοια στη σκέψη της ηγεσίας και από τα κεντρικά διαμηνύουν σε όλους τους τόνους ότι η στρατηγική είναι μία, αυτή για την κυβέρνηση των προοδευτικών δυνάμεων.

Γενικά μιλώντας, τίποτα δεν αποκλείεται στην πολιτική ανάλογα και με τις εκάστοτε εξωτερικές συνθήκες, αλλά με όρους προθέσεων και σχεδιασμού κάτι τέτοιο είναι μακριά από την πραγματικότητα και το λιγότερο που μπορεί να επικαλεστεί κάποιος εξωτερικός παρατηρητής είναι οι λόγοι πολιτικής αυτοσυντήρησης. Το δε μνημονιακό πάθημα του ΠΑΣΟΚ, από το οποίο παλεύει τώρα να ξεφύγει το ΚΙΝΑΛ, καθιστά κάθε σκέψη αποτρεπτική. Σαφώς τα κατά καιρούς σενάρια περί μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού υπό την ηγεσία κάποιου τεχνοκράτη πρωθυπουργού, κλπ, επηρεάζουν την κοινή γνώμη, ωστόσο σε πρόσφατο σχετικό δημοσίευμα, αντέδρασε όλο το πολιτικό σύστημα.

Προφανώς, ο Αλέξης Τσίπρας έχει επιλέξει κατά καιρούς να απευθύνεται και στο συντηρητικό κοινό, όχι απαραίτητα για λόγους διείσδυσης αλλά προκειμένου να εντείνει τη δυσαρέσκεια απέναντι στη ΝΔ. Το αν μεμονωμένα στελέχη που προέρχονται από την Δεξιά αλλά έχουν αποχωρήσει από τη ΝΔ, υποστηρίζουν κάποιες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ ή θα μπορούσαν δυνητικά να συνεργαστούν μαζί του είναι άλλης τάξης ζήτημα και μελλοντικά θα δείξει αν μπορεί να σταθεί. Θυμίζουμε άλλωστε ότι ακόμα και το σχέδιο για τη διαμόρφωση διακριτής «δεξιάς τάσης» στον ΣΥΡΙΖΑ από στελέχη των ΑΝΕΛ που έμειναν στον ΣΥΡΙΖΑ (Β. Κόκκαλης, Μ. Χρυσοβελώνη, κ.α.) και που ζυμωνόταν μέχρι που ξέσπασε η πανδημία, στις αρχές του Μαρτίου του 2020 τελικώς δεν προχώρησε ποτέ.

Από εκεί και πέρα, ένα βασικό και εξακολουθητικό πρόβλημα στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι ότι τα στελέχη του κόμματος αποδεικνύονται ελάχιστα προνοητικά, θεωρούν ότι αυτό που συζητούν στο περιβάλλον τους και είναι κατανοητό στους άμεσους συνομιλητές τους, μπορεί να ειπωθεί και σε μια δημόσια δήλωση που δεν είναι ζυγισμένη μέχρι κεραίας ώστε να αφήνει εντυπώσεις. Και καταλήγουν να ανοίγουν θέματα εκεί που δεν υπάρχουν, προσθέτοντας στην ήδη φορτισμένη ατμόσφαιρα του προσυνεδριακού διαλόγου.

Διαβάστε επίσης:

Και μετά ήρθαν τα like…

Εξοπλισμοί – Μύθοι και πραγματικότητα

Τι άνθρωποι είστε τέλος πάντων;

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν

TAGS: