Η Αμμόχωστος δεν συμπεριλαμβανόταν στα αρχικά τουρκικά σχέδια κατάληψης, αναφέρουν στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΚΥΠΕ) Τουρκοκύπριοι οι οποίοι μοιράζονται για πρώτη φορά τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες τους σχετικά με τα όσα συνέβησαν τον τραγικό δεκαπενταύγουστο στην Αμμόχωστο.

Παράλληλα, αφηγούνται δημόσια, επίσης για πρώτη φορά, συγκλονιστικές λεπτομέρειες για τις δολοφονίες αμάχων Ελληνοκυπρίων ως μέτρο εκδίκησης. Η έρευνα του ΚΥΠΕ ρίχνει φως στη σφαγή άμαχου πληθυσμού που ακολούθησε την δεύτερη τουρκική εισβολή καθώς και στον τρόπο με τον οποίο οι τουρκικές δυνάμεις εισέβαλλαν στην Αμμόχωστο και στο Βαρώσι. Ακόμη, φέρνει στο προσκήνιο πληροφορίες σχετικά με τη λεηλασία της περίκλειστης πόλης.

Αναζητώντας νέες μαρτυρίες για την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων στην Αμμόχωστο και στο Βαρώσι, το ΚΥΠΕ κατέγραψε τις αναμνήσεις Τούρκων και Τουρκοκύπριων που έζησαν τα γεγονότα της τουρκικής εισβολής. Στο ΚΥΠΕ μίλησε ο Τουρκοκύπριος Αμμοχωστιανός ακτιβιστής και ιατρός Οκάν Νταγλί, ο οποίος την περίοδο της εισβολής ήταν 10 ετών. Ο κ. Νταγλί μίλησε για τα όσα θυμάται ο ίδιος και για τα όσα του αφηγήθηκε ο πατέρας του ο οποίος διαδραμάτισε ρόλο στις εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην Αμμόχωστο μετά τις 15 Αυγούστου 1974.

Την μαρτυρία του κατέθεσε επίσης ο συνταξιούχος δάσκαλος Ραΐφ Ντιντσέρ ο οποίος διανύει σήμερα την 8η δεκαετία της ζωής του και ζει στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Ο κ. Ραΐφ, που είχε παίξει δοκιμαστικά ποδόσφαιρο στην Ανόρθωση, είναι γέννημα θρέμμα της κατεχόμενης πόλης. Στα νιάτα του συνεργάστηκε με τις τ/κ παραστρατιωτικές ομάδες που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή της Αμμοχώστου όπου ήταν συγκεντρωμένη μετά το 1963 η τ/κ κοινότητα.

Ο Χ είναι επίσης ένας Αμμοχωστιανός που βίωσε την εισβολή λεπτό προς λεπτό στην πόλη του και στα περίχωρα του Βαρωσιού. Οντας συνομήλικος του κ. Ντιντσέρ, ο δεν επιθυμεί να κατονομαστεί, μοιράστηκε όμως στο ΚΥΠΕ τα όσα έζησε πριν από περίπου 50 χρόνια.

Ερευνώντας τα γεγονότα της περιόδου, το ΚΥΠΕ μελέτησε και δυο έντυπες πηγές. Ο Τούρκος στρατιωτικός Ογούζ Καλελίογλου το 1974 διοργάνωσε τις τ/κ παραστρατιωτικές ομάδες στην Αμμόχωστο και διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην τουρκική εισβολή. Τα απομνημονεύματα του κ. Καλελίογλου δημοσιεύτηκαν στην Άγκυρα το 2020 από τις εκδόσεις «Biyografi Net İletişim» με τον τίτλο «Η ‘ειρηνευτική επιχείρηση’ της Κύπρου και η Άμυνα της Αμμοχώστου».

Ο Χιλμί Κιλγκίν, ο οποίος απεβίωσε το 2007, ήταν ένας από τους πρώτους πυροσβέστες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μετά το 1963, ο Κιλγκίν εντάχθηκε στην τ/κ οργάνωση «ΤΜΤ» (παραστρατιωτική οργάνωση ελεγχόμενη από την Τουρκία) και το 1974 διεύθυνε τις υπηρεσίες πληροφόρησης της οργάνωσης στην Αμμόχωστο. Τα αρχείο του Κιλγκίν εκδόθηκε το 2020 στην κατεχόμενη Αμμόχωστο από τις εκδόσεις «Okman Printing» και τον καθηγητή Τουργκάϊ Μπουλέντ Γκιόκτουρκ.

Η περίοδος που οδηγεί στην εισβολή

Καταθέτοντας τις μαρτυρίες τους για τα γεγονότα της Αμμοχώστου το τραγικό καλοκαίρι του 1974, οι τουρκικές και τ/κ πηγές του ΚΥΠΕ αποδίδουν σημασία σε δυο εξελίξεις που έλαβαν χώρα πριν την δεύτερη εισβολή: Οι εχθροπραξίες στην Αμμόχωστο κατά την περίοδο που διαμεσολαβεί από την πρώτη μέχρι την δεύτερη εισβολή και τα δραματικά συμβάντα στα τ/κ χωριά Μαράθα, Σανταλλάρης και Αλόα. Σύμφωνα με τις πηγές του ΚΥΠΕ και οι δυο εξελίξεις διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στα όσα συνέβησαν μετά την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων στην Αμμόχωστο το 1974.

Ως προς το πρώτο ζήτημα, ο κ. Καλελίογλου εστιάζει στην απόπειρα των τ/κ παραστρατιωτικών δυνάμεων να πάρουν τον έλεγχο του λιμανιού της Αμμοχώστου αλλά και στην παράλληλη προσπάθεια των δυνάμεων της Κυπριακής Δημοκρατίας να ανακτήσουν τον έλεγχο ολόκληρης της εντός των τειχών περιοχής η οποία βρισκόταν στα χέρια των τ/κ παραστρατιωτικών ομάδων. Μέχρι την 15η Αυγούστου 1974, οι τ/κ παραστρατιωτικές ομάδες είχαν την υποστήριξη της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας, η οποία βομβάρδιζε τις θέσεις των δυνάμεων της Δημοκρατίας.

Την ίδια περίοδο, στα χωριά Μαράθα, Σανταλλάρης και Αλόα έλαβαν χώρα τραγικά γεγονότα. «Στις 20 Ιουλίου, εθνικιστές Ελληνοκύπριοι επανέλαβαν αυτό που έπραξαν το 1958. Υπάρχει ένα χωριό που ονομάζεται Πηγή στην Αμμόχωστο. Δίπλα στην Πηγή, που ήταν ε/κ χωριό, υπήρχαν τρία τουρκοκυπριακά χωριά. (Μετά την έναρξη της τουρκικής εισβολής) Οι Ε/κ επιτέθηκαν στους Τουρκοκύπριους στα χωριά αυτά με ό,τι έβρισκαν στα χέρια τους», αναφέρει στον Νικόλαο Στέλγια ο κ. Ραΐφ, ο οποίος λέει ότι «πριν από τις 20 Ιουλίου, οι Τουρκοκύπριοι σε αυτά τα χωριά απειλούνταν. Τους έλεγαν ότι ‘αν η Τουρκία προχωρήσει σε στρατιωτική επιχείρηση στην Κύπρο, δεν θα υπάρχουν Τούρκοι στην Κύπρο για να σωθούν’. Η απειλή έγινε πραγματικότητα μετά τις 20 Ιουλίου», υποστηρίζει.

Η τουρκική εισβολή ξεκινά

Σύμφωνα με τον κ. Καλελίογλου, παράλληλα με την έναρξη της δεύτερης εισβολής, οι τ/κ ομάδες της Αμμοχώστου έλαβαν εντολή από τον τουρκικό στρατό να εντατικοποιήσουν την αντίσταση που πρόβαλλαν στις δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στόχος του τουρκικού στρατού ήταν η καθυστέρηση της προώθησης των κυπριακών δυνάμεων στην περιοχή και η διευκόλυνση της εισόδου των τουρκικών δυνάμεων στην Αμμόχωστο. Την πληροφορία επιβεβαιώνει και ο Κιλγκίν. Σε αυτή την προσπάθεια συνέβαλε και η τουρκική Πολεμική Αεροπορία η οποία εξακολουθούσε να σφυροκοπάει την Αμμόχωστο.

Για τη δραματική ημέρα της 15ης Αυγούστου 1974 ο κ. Ραΐφ λέει: «Στις 15 Αυγούστου, στις 14.00 το μεσημέρι, ανακοινώθηκε στο ραδιόφωνο του ‘Μπαϊράκ’ ότι ‘ο τουρκικός στρατός έφτασε στην Αμμόχωστο’. Τέσσερις ώρες πριν από αυτή την ανακοίνωση, στις 10.00 π.μ., σημειώθηκαν συγκρούσεις στη γραμμή της Κυθρέας. Ενώ οι συγκρούσεις συνεχίζονταν, το BBC μετέδωσε ότι η γραμμή της Κυθρέας είχε διαρραγεί και ο τουρκικός στρατός προέλαυνε. Μετά την είδηση αυτή, η γραμμή Αυξέντιου εκκενώθηκε (από τους Ε/κ). Η εκκένωση αυτή προκάλεσε μεγάλο πανικό στους Ε/κ. Την ίδια ώρα, τα όσα συνέβησαν στα χωριά Μαράθα, Σανταλλάρης και Αλόα άρχισαν να αντηχούν στην εντός των τειχών περιοχή της Αμμοχώστου, όπου ήταν συγκεντρωμένοι 11-12.000 άνθρωποι που δέχονταν πυρά. Ήταν εκείνη τη στιγμή, στις 14.00, που έγινε η ανακοίνωση από το ραδιόφωνο του «Μπαϊράκ», ότι οι Ε/κ άρχισαν να εκκενώνουν το Βαρώσι, φοβούμενοι ότι οι Τουρκοκύπριοι θα τους επιτίθονταν μαζί με τον τουρκικό στρατό “για εκδίκηση”. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η ζωή στο Βαρώσι συνεχιζόταν κανονικά. Ακόμα και τα νυχτερινά κέντρα ήταν ανοιχτά.»

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Χ προσθέτει ότι «Στις 15 Αυγούστου στις 17.00 ο τουρκικός στρατός έφτασε στην περιοχή. Η αρχική πρόθεση ήταν να εισέλθει στις 16 Αυγούστου. Ωστόσο, ένας Βρετανός αξιωματικός, τους ενημέρωσε ότι η Αμμόχωστος δεχόταν πλήγματα από όλμους. Πράγματι, υπήρξε ένας τρομερός βομβαρδισμός με όλμους μεταξύ 15.00 και 17.00 στις 15 Αυγούστου. Ήμουν στην πύλη των τειχών της Αμμοχώστου. Καθώς οι Ε/κ υποχωρούσαν, μας έριχναν μέσα στα τείχη βόμβες από τα οχήματά τους.»

Οι κ. Καλελίογλου και Κιλγκίν παρέχουν αναλυτικότερες πληροφορίες για την είσοδο των τουρκικών δυνάμεων στην Αμμόχωστο. Ο Κιλγκίν στα απομνημονεύματα του αναφέρει ότι το πρωί της 15 Αυγούστου οι εχθροπραξίες στην Αμμόχωστο ξεκίνησαν στις 05.32 και συνεχίστηκαν τουλάχιστον μέχρι τις 15.50 όταν δυο μαχητικά αεροσκάφη της Τουρκίας βομβάρδισαν την πόλη. Σύμφωνα με τον ίδιο, η υποχώρηση των δυνάμεων της Δημοκρατίας ξεκίνησε στις 14.15.

«Το βράδυ της 15ης Αυγούστου 1974, όταν είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, τα πυρομαχικά των τ/κ ομάδων στην Αμμόχωστο μαζί με τα τρόφιμα που εξασφαλίστηκαν από το λιμάνι είχαν εξαντληθεί. Όταν οι Ε/κ πληροφορήθηκαν ότι τα τουρκικά στρατεύματα εισέρχονταν στον Κίαδο, άρχισαν να καίνε τα τείχη της Αμμοχώστου. Εν τω μεταξύ, ο διοικητής της 28ης Μεραρχίας Πεζικού, ταγματάρχης Οσμάν Φαζίλ Πολάτ Πασά έστειλε τον διοικητή του λόχου αναγνώρισης, υπολοχαγό Ερντογάν Ατζάρ στην Αμμόχωστο με 9 οχήματα τύπου ‘carrier’», γράφει ο κ. Καλελίογλου, ο οποίος προσθέτει τα εξής: «‘Πηγαίνετε να ανιχνεύσετε τον εχθρό γύρω από την Αμμόχωστο και αναφέρετε την κατάσταση’ (ήταν η αρχική εντολή). Ένα άλλο μήνυμα ελήφθη γύρω στις 18.00 το απόγευμα. Το μήνυμα έγραφε: ‘Οι Τουρκικές Ειρηνευτικές Δυνάμεις της Κύπρου (σσ. οι τουρκικές δυνάμεις εισβολής) θα είναι σε θέση να σας προσεγγίσουν μόνο αύριο στις 16 Αυγούστου ή τις επόμενες ημέρες.’ Όταν άρχισε να σκοτεινιάζει στις 18.30, στη νέα πύλη της Αμμοχώστου παρατάχθηκαν (τουρκικά) στρατιωτικά οχήματα το ένα πίσω από το άλλο. Οι στρατιώτες κατεβαίνοντας από τα οχήματα πυροβολούσαν (προς πάσα κατεύθυνση). Ο υπολοχαγός Ατζάρ που στάλθηκε στην Αμμόχωστο για αναγνώριση και ο οποίος δεν είχε εντολή να εμπλακεί σε μια αποφασιστική μάχη, βλέποντας από μακριά ότι η Αμμόχωστος φλεγόταν εκτίμησε ότι η πόλη θα μπορούσε να πέσει και ότι το πρωί θα ήταν πολύ αργά, και με δική του πρωτοβουλία εισήλθαν στην πόλη (τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής).»

Η εισβολή στο Βαρώσι

«Ο διοικητής Οσμάν Φαζίλ Πολάτ Πασάς έφτασε στην περιοχή μια ώρα αργότερα. Αφού έφτασε στην Αμμόχωστο, αφοσιώθηκε στον καθορισμό των ‘συνόρων’. Με τον τρόπο αυτό, δεν ανέπτυξε στρατεύματα σε κανέναν δρόμο που περνούσε από το Βαρώσι. Τοποθέτησε τα στρατεύματά του στο δρόμο της Λάρνακας μέχρι το πέρασμα που οδηγεί στη βρετανική βάση. Τοποθέτησε μια δεύτερη ομάδα στρατιωτών στην προκυμαία, κοντά στο σπίτι ενός διάσημου Κύπριου ζωγράφου.» θυμάται ο κ. Ντιντσέρ, ο οποίος μιλώντας στο ΚΥΠΕ επιμένει στο γεγονός ότι η κατάληψη του Βαρωσιού δεν συμπεριλαμβανόταν στα αρχικά σχέδια του τουρκικού στρατού.

«Θυμάμαι ότι όταν μπήκαμε στην Αμμόχωστο, έγινε μια σύσκεψη υπό τη διεύθυνση του διοικητή της περιοχής. Μαζί με τον διοικητή ήταν και ένας υπολοχαγός. Ο υπολοχαγός έδειξε στον διοικητή έναν χάρτη της περιοχής. Ο διοικητής ρώτησε ‘πού βρισκόμαστε’. Ο υπολοχαγός απάντησε: ‘Είμαστε πέντε με δέκα χιλιόμετρα στην ενδοχώρα’. Ο διοικητής εξεπλάγη από την απάντηση. Και αυτό επειδή είχαν μπει μέσα αντίθετα με την εντολή που είχε δώσει. Αυτός ο διοικητής δεν έλαβε καμία προαγωγή στη συνέχεια .», προσθέτει ο Χ, ο οποίος μοιράζεται επίσης τα εξής: «Το Βαρώσι εκκενώθηκε εξαιτίας του φόβου που ένοιωθαν οι Ε/κ. Δεν έγινε πόλεμος εκεί. Μόνο τα αντιαεροπορικά πυροβόλα κοντά στο Palm Beach, αν δεν κάνω λάθος, βομβαρδίστηκαν στην πρώτη ‘επιχείρηση’. Επίσης, βομβαρδίστηκε το Δικαστήριο. Υπήρχαν και εκεί αντιαεροπορικά πυροβόλα. Ο τουρκικός στρατός εισήλθε στην Αμμόχωστο γύρω στις 17.00. Η πρώτη περιπολία στο Βαρώσι τέθηκε στην ημερήσια διάταξη μετά από εκείνη τη νύχτα. Εκείνη τη στιγμή, κανείς δεν εθεάθη στην περιοχή. Οι Τουρκοκύπριοι ήταν αυτοί που μπήκαν στο Βαρώσι μαζί με Τούρκους στρατιώτες. Βρήκαν μπροστά τους μια άδεια πόλη. Με αυτόν τον τρόπο, μετά τη νύχτα που συνέδεε τη 15η με τη 16η, η περιοχή μετατράπηκε σε στρατιωτική ζώνη.»

«Στις 15 Αυγούστου (ο τουρκικός στρατός) έφτασε στην Αμμόχωστο μετά το μεσημέρι, γύρω στις 17.40. Τους είπαν (στους κατοίκους της Αμμοχώστου) ότι θα υπήρχε κατάπαυση του πυρός στις 17.00. Μετά την είσοδο στην Αμμόχωστο, κάποιος έδωσε εντολή στο στρατό να εισέλθει στο Βαρώσι. Δεν ξέρω ποιος τους κατεύθυνε. Ο Φαζίλ Οσμάν Πολάτ Πασά, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την περιοχή, δεν έδωσε αυτή τη διαταγή. Στο τέλος εκείνης της ημέρας ή την επόμενη ημέρα, όταν ενημερώθηκε ότι οι δυνάμεις εισήλθαν στο Βαρώσι, ο διοικητής αντέδρασε. ‘Ποιος σας έδωσε αυτή τη διαταγή;’ ρώτησε. (Στο αρχικό σχέδιο) τα ‘σύνορα’ στη γραμμή Αττίλα ήταν ο δρόμος Λάρνακας προς Βρυσούλες», προσθέτει για το ίδιο ζήτημα ο Τ/κ ακτιβιστής κ. Νταγλί.

Για την είσοδο των τουρκικών δυνάμεων και τ/κ ένοπλων ομάδων στο Βαρώσι μετά την ανάπτυξη των πρώτων μονάδων του τουρκικού στρατού στην Αμμόχωστο το απόγευμα της 15ης Αυγούστου 1974, ο κ. Καλελίογλου γράφει τα εξής: «Τη νύχτα της 15ης/16ης Αυγούστου, (οι τουρκικές δυνάμεις) σάρωσαν την περιοχή από το βόρειο τμήμα της Αμμοχώστου μέχρι τη θάλασσα και την ‘καθάρισαν’ από τον ΄εχθρό’. Το εσωτερικό του Βαρωσιού ελέγχθηκε σπίτι προς σπίτι. Οι (βρετανοί) στρατιώτες υπό τη διοίκηση ενός Βρετανού ταγματάρχη που βγήκαν από τη βρετανική βάση της Δεκέλειας θέλησαν να μας εμποδίσουν να εισέλθουμε στο Βαρώσι. (Ωστόσο) βλέποντας την αποφασιστικότητά μας, ο Βρετανός ταγματάρχης υποχώρησε. (Την ίδια ώρα) τα στρατεύματα ήρθαν αντιμέτωπα με τους συρμάτινους φράχτες των βρετανικών βάσεων της Δεκέλειας και οι Βρετανοί θορυβήθηκαν. Μετά την εντολή της κυβέρνησης από την Άγκυρα, ‘Σταματήστε την επιχείρηση’, οι ένοπλες δυνάμεις σταμάτησαν την επιχείρηση.»

Ο Κιλγκίν στα απομνημονεύματα του, για την εισβολή στο Βαρώσι, εστιάζει στην 16η Αυγούστου 1974 και σημειώνει τα εξής: «Από τις 10.00 της 16ης Αυγούστου 1974, χτενίστηκε η περιοχή του Βαρωσιού. Μόνο ένας πολύ μικρός αριθμός ηλικιωμένων Ε/κ βρέθηκε στην περιοχή. Ο άμαχος πληθυσμός και ο στρατός είχαν προηγουμένως εγκαταλείψει την περιοχή κατά την άφιξη των στρατευμάτων της μεραρχίας στην Αμμόχωστο.»

Οι σφαγές Ελληνοκυπρίων, η αιχμαλωσία και η λεηλασία

Σε ό,τι αφορά τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν την είσοδο των τουρκικών δυνάμεων στο Βαρώσι, ο κ. Ραΐφ μοιράζεται τα εξής: «Καθώς οι στρατιώτες βγήκαν από τα οχήματα τους και κατευθύνθηκαν προς την Αμμόχωστο, πήραν μαζί τους και ορισμένους ντόπιους. Μεταξύ αυτών ήταν ένας ή δύο άνθρωποι των οποίων οι συγγενείς είχαν σκοτωθεί στη Μαράθα, στο Σανταλλάρη και στην Αλόα. Εκείνοι είχαν γλυτώσει επειδή βρίσκονταν στην Αμμόχωστο. Αυτοί οι ντόπιοι έφεραν όπλα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκείνη τη στιγμή, άνθρωποι (σ.σ. Ελληνοκύπριοι) από το Βαρώσι προσπαθούσαν να διαφύγουν με τα αυτοκίνητά τους προς τη Δερύνεια. Τα οχήματα δεν μπορούσαν να κινηθούν μέσα στους πορτοκαλεώνες. Οι άνθρωποι βγήκαν από τα οχήματα και άρχισαν να περπατούν. Αυτοί οι άνθρωποι πυροβολήθηκαν στους οπωρώνες. Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν με αυτόν τον τρόπο. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν κάτοικοι που έφευγαν από τα Βαρώσια. Στα επεισόδια αυτά συμμετείχαν Τουρκοκύπριοι, εκείνοι των οποίων οι συγγενείς σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις. Οι στρατιώτες δεν συμμετείχαν».

Για το ίδιο ζήτημα ο Χ προσθέτει ότι «καθώς λάμβαναν χώρα αυτές οι εξελίξεις, ορισμένοι άνθρωποι που παρέμειναν στο Βαρώσι επιχείρησαν να διαφύγουν. Και μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους δολοφονήθηκαν (από Τ/κ) για εκδίκηση. Μεταξύ αυτών που επιτέθηκαν σε όσους έφυγαν από το Βαρώσι ήταν και εκείνοι που έχασαν τους συγγενείς τους.»

Ο κ. Νταγλί επιβεβαιώνοντας τα προαναφερόμενα αναρωτιέται «γιατί οι Ε/κ εγκατέλειψαν την πόλη στο δίωρο μέχρι την κατάπαυση του πυρός στις 17.00; Αν είχαν ανοίξει πυρ στο Βαρώσι (από την ε/κ πλευρά), δεν θα είχαν εισέλθει (οι τουρκικές δυνάμεις) στην πόλη, υποστηρίζει. Ωστόσο, δεν υπήρξε καμία αντίσταση. Όταν συζήτησα αυτό το θέμα με τους Ελληνοκύπριους φίλους μου, μου είπαν ότι οι Έλληνες αξιωματικοί είχαν τον έλεγχο των Βαρωσίων. Οι κάτοικοι των Βαρωσίων ενημερώθηκαν ότι τουρκικά πλοία και στρατιώτες θα βομβάρδιζαν την πόλη και ότι είχαν μία ή δύο ώρες για να εγκαταλείψουν την πόλη. Αυτό είπαν οι Έλληνες αξιωματικοί. Ταυτόχρονα, έγινε ανακοίνωση στο ΡΙΚ: ‘Μην εκκενώσετε το Βαρώσι’. Ακούγοντας αυτό το κάλεσμα, (ορισμένοι) κάτοικοι άρχισαν να επιστρέφουν στην πόλη την επόμενη ημέρα ή στις 17 του μηνός. Εκεί ξέσπασε η κόλαση. Κατά τη διάρκεια της επιστροφής, άρχισαν να διαδίδονται τα νέα για όσα συνέβησαν στη Μαράθα και το Σανταλλάρη. Άνθρωποι που επέστρεφαν στο Βαρώσι δολοφονήθηκαν για εκδίκηση. Οι δράστες ήταν Τουρκοκύπριοι».

Ο κ. Ραΐφ προσθέτει ότι εκτός από τους Βαρωσιώτες το δικό τους δράμα βίωσαν μετά την 15η Αυγούστου οι Ε/κ κάτοικοι και της υπόλοιπης Αμμοχώστου. Μαζί με τους «αιχμάλωτους» από το Βαρώσι, αυτοί οι άνθρωποι οδηγήθηκαν από τον τουρκικό στρατό στο κέντρο της Αμμοχώστου όπου ανακρίθηκαν και τέθηκαν υπό παράνομη κράτηση. Για γυναίκες και παιδιά δημιουργήθηκε ένα πρόχειρο στρατόπεδο κοντά στο κέντρο της Αμμοχώστου. Αυτά τα άτομα στη συνέχεια οδηγήθηκαν στις ελεύθερες περιοχές με τη διαμεσολάβηση του ΟΗΕ. «Οι ‘αιχμάλωτοι’ Ε/κ από το Βαρώσι μεταφέρθηκαν στην Αμμόχωστο. Τα ονόματά τους καταγράφηκαν. Υπήρξαν δολοφονίες κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας. Αυτές οι δολοφονίες συνέβησαν μετά τις 16 Αυγούστου.», σημειώνει ο Χ.

Για το ίδιο ζήτημα, ο κ. Νταγλί αναφέρει τα εξής: «Οι άνθρωποι που είχαν αιχμαλωτιστεί μετά τις 16 Αυγούστου άρχισαν να μεταφέρονται στην Αμμόχωστο. Στις 16 Αυγούστου, στο Βαρώσι είχαν απομείνει κυρίως ηλικιωμένοι. Ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν δικηγόρος, μιλούσε τα ελληνικά σε επίπεδο μητρικής γλώσσας. Ο πατέρας μου ανέλαβε να πάρει τις καταθέσεις των κρατουμένων. Οι Ε/κ από το Βαρώσι και τις γειτονικές περιοχές μεταφέρθηκαν με λεωφορεία στην περιοχή εντός των τειχών της πόλης στην Αμμόχωστο. Με τα μάτια ενός μικρού παιδιού, παρακολουθούσα όσους οδηγούνταν εκεί. Η εμφάνιση των γυναικών που οδηγούνταν σε εκείνο το σημείο ήταν ανησυχητική. Ο πατέρας μου πίστευε ότι αυτές οι γυναίκες υπέστησαν κακοποίηση. Θυμάμαι ότι στις 17 ή 18 του μηνός, ένας πολύ γνωστός γιατρός από την περιοχή μεταφέρθηκε στην Αμμόχωστο μαζί με τις νοσοκόμες του. Ο γιατρός, ειδικός ορθοπεδικός, ήταν φίλος του πατέρα μου. Με την παρέμβαση του πατέρα μου, ο γιατρός μεταφέρθηκε σε ξενοδοχείο.»

Σε ό,τι αφορά την λεηλασία του Βαρωσιού, ο Χ αναφέρει ότι αυτή ξεκίνησε περίπου μια εβδομάδα μετά την εισβολή. «(Μετά την εισβολή στο Βαρώσι) απαγορεύτηκε η είσοδος στην πόλη. Μάλιστα, θυμάμαι ότι πυροβολήθηκε ένα άτομο που επιχείρησε να εισέλθει στην πόλη. Τα περιστατικά λεηλασίας συνέβησαν αργότερα. Το ‘υπουργείο οικονομικών σχημάτισε ομάδες και άδειασε τα Βαρώσια. Ό,τι εκκενώθηκε από τα Βαρώσια μεταφέρθηκε στη Λευκωσία», προσθέτει ο κ. Ντιντσέρ.

ΠΗΓΗ ΚΥΠΕ