Γράφει ο π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος | Romfea.gr

«Ευτυχισμένοι εκείνοι οι δούλοι που θα τους βρει ξύπνιους ο Κύριος όταν έλθει. Σας διαβεβαιώνω ότι θα τους βάλει να καθίσουν, θα ζωστεί μια ποδιά και θα τους υπηρετεί ο ίδιος» (Λουκ. 12, 37).

Η αναταραχή των συνθηκών με την επέλευση της πανδημίας του COVID, έφερε στην επιφάνεια μαζί με τις κοινωνικές αναταράξεις και θέματα θρησκευτικά ή εκκλησιαστικά, όπως θέλετε ονομάστε τα.

Δημιούργησε σύγχυση και αμφιβολίες. Αναστάτωσε καρδιές και συνειδήσεις. Εκτός από τα κοινωνικά, οικονομικά και ψυχολογικά προβλήματα που γεννάνε τέτοιες συνθήκες, αναστατώνουν και τις συνειδήσεις των θρησκευόμενων.

Ξυπνάνε απορίες απωθημένες: «Και αν δεν υπάρχει Θεός; Και αν όλα είναι αυταπάτες; Πίστεψα, άραγε, επειδή τα κατάλαβα όλα»; Φοβίες κλειδωμένες στα υπόγεια τα αθεώρητα: «Ο Θεός με ασφαλίζει από κάθε κακό»;

Ανασφάλειες από λανθασμένα «αξιολογημένες» αμφιβολίες μας, γιατί μέσα στην «εκούσια τυφλότητα» της σκέψης μας δεν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι: «Η αμφιβολία δεν είναι το αντίθετο της πίστης, αλλά είναι ένα στοιχείο της πίστης» (P. Tillich).

Κάτι τέτοιο όμως τρομάζει γιατί δεν σιγουρεύει ιδεολογικά τους εαυτούς μας αλλά τους αφήνει έκθετους και εκτεθειμένους στον λόγο του Χριστού «…εἰ δύνασαι πιστεῦσαι…»

Φανερώνουν τελικά όλα αυτά τα παραπάνω την ποιότητα εργασίας που έχουμε κάνει με τον εαυτό μας κατά την συνήθη καθημερινότητα της μέχρι τώρα ζωής μας και δηλοποιούν αν δουλεύαμε να γίνουμε γνήσιοι δούλοι του Χριστού, ή αγωνιούσαμε να φτιάξουμε ένα είδωλο εαυτού, θρησκευτικά προσανατολισμένο!

Καθένας δηλαδή με τον δικό του προσανατολισμό. Υποτελείς στον εγωιστικό φυσικά υποκειμενισμό. Εμείς δεν είμαστε σαν αυτούς τους άθεους…! Εμείς «πιστεύουμε» στον Θεό. Μακάρι! Κάτι τέτοιο όμως δεν γίνεται να είναι προφορική δήλωση, ούτε συμπεριφορικά και ενδυματολογικά καμώματα, αλλά ποιότητα σκέψεως και αγώνας ζωής κατά το θέλημά Του.

Πολλοί κληρικοί φοβούνται τον κίνδυνο οι εξ ανάγκης και κατ’ οικονομίαν λύσεις, που χρησιμοποιούνται αυτόν τον καιρό της πανδημίας (λίγοι άνθρωποι στην Ευχαριστία, πολλάκις ο παπάς μόνον με τον ψάλτη, μετάληψη χωρίς συμμετοχή αλλά στο τέλος, και μερικές φορές λαθραία και από το παραπόρτι του ιερού) μήπως παγιώσουν αλλοίωση του φρονήματος της Εκκλησίας. Προφανώς κάποια από αυτά είναι σωστά και κάποια λάθος.

Η οικονομία όμως πρώτον αφορά τους όντας χριστιανούς και τους θέλοντας γενέσθαι. Δεν αφορά την υφήλιον.

Δεύτερον, δεν είναι οικονομία κάθε αφελής ενέργεια μετάδοσης της Ευχαριστίας από το παραπόρτι, χωρίς να παρίστανται οι μεταλαμβάνοντες στην Θ. Λειτουργία.

Μόνον κατάκοιτοι και εν φυλακαίς ή ετοιμοθάνατοι, κοινωνούν χωρίς συμμετοχή στην Λειτουργία. Στην τωρινή περίπτωση κοινωνούν οι παρόντες υπέρ και των ευλόγως απολειφθέντων. Φυσικά ο Θεός είναι παντού. Σαρκώνεται όμως στην Εκκλησία.

Η ανάγκη, η τωρινή ανάγκη (να μη συναζόμαστε επί τῷ αὐτῷ) δεν αναιρεί την Εκκλησία. Την διασώζει. Η οικονομία δεν είναι αναγνώριση του λάθους, είναι υπερπήδηση του λάθους.

Οι αρετές που αγωνίζεται κάθε χριστιανός να αποκτήσει, τηρώντας το θέλημα του Χριστού, πρέπει να γίνουν σιγά-σιγά υποστατή καλή αλλοίωση της ψυχικής ποιότητας του ανθρώπου. Πρέπει να ‘ναι, ο «άλλος» ψυχικός κόσμος που γεννιέται από την καλή αλλοίωση της καρδιάς, δηλαδή όταν χτίζεται μέσα μας ο καινούργιος κόσμος της Βασιλείας του Θεού! Πρέπει να ‘ναι παρακολούθημα του Χριστού, όπου κι αν Αυτός υπάγη.

Είτε στα παράλια της Γαλιλαίας (όμορφος ρομαντισμός) είτε στο Πραιτώριο (δύσφορη ατμόσφαιρα) είτε στο Γολγοθά (οδυνηρό προαίσθημα θανάτου).

Έρχεται λοιπόν τώρα αυτή η πίεση της πανδημίας και λειτουργεί ως συνθήκη σύνθλιψης. Ο χριστιανός (και κάθε άνθρωπος βεβαίως) βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος. Μεταξύ της ασάφειας για το αύριο (ξαφνικά αρρωσταίνεις και… φεύγεις) και της πιεστικής καθημερινότητας που μας στερεί και την αυτονόητη ελευθερία απόφασης και επιλογών. Δεν μπορείς να ταξιδέψεις, δεν μπορείς να κινηθείς ούτε και στο χώρο διαβίωσής σου ελεύθερα, αλλά υπό όρους και αδειοδοτήσεις…!!

Ανάμεσα στις άλλες απαγορεύσεις και στερήσεις, απαγορεύεται και το συνέρχεσθαι. Για οποιονδήποτε λόγο!

Ακόμα και για την λατρεία του Θεού και την προσευχή. Ιατρικώς η διασπορά της ασθένειας βρίσκει εύκρατη συνθήκη τον συναγελασμό και τις συγκεντρώσεις.

Με αυτή την βάση-αιτία απαγορεύεται και ο εκκλησιασμός.

Μετά από αυτά αρχίζουν τα θέματα.

Χριστιανοί διαμαρτύρονται και ανοητολογούν για διωγμούς της Εκκλησίας εννοώντας τον εαυτό τους. Δυσφορούν γιατί δεν μπορούν να πάνε στην Ευχαριστία. Εξανίστανται γιατί «δεν τους επιτρέπεται» να κοινωνήσουν.

Θεωρητικολογούν «θεολογικά» για το Μυστήριο της Ευχαριστίας κάνοντας το λάθος, βαθυστόχαστων θεολογικών αναλύσεων και ευσεβών υπερβολών για να «αποδείξουμε» ότι είναι Σώμα Χριστού, προκειμένου να τονισθεί η ιερότητα του Μυστηρίου.

Και να καταλήγει έτσι η υπόθεση στον λόγο του Χριστού: «Μη δώσετε τα άγια στα σκυλιά και μη βάλετε τα μαργαριτάρια μπροστά στους χοίρους».

Ανυπάκουοι στον άγιο Αθανάσιο που μας φωνάζει: «Οὐκ ἒξεστιν τά μυστήρια ἀμυήτοις τραγωδεῖν».

Δεν επιτρέπεται να φωνάζουμε στο αμύητο (μη χριστιανικό) κοινό την θεολογία των μυστηρίων.

Εν ονόματι της σύναξης της κοινότητας δημιουργούνται διαιρέσεις… Ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται… «Ἀλλεπάλληλος ἦν ἡ ταύτης φορά…» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).

Ας αφήσουμε όμως τον νουν μας να… κρυώσει από την υπερθέρμανση που προκαλούν όλα αυτά και ας σκεφτούμε μερικά ερωτήματα απευθυνόμενα σε μας… τους διαμαρτυρομένους ορθοδόξους χριστιανούς…

i. Πώς βλέπουμε τον Θεό στη ζωή μας; Σαν μια πάλη και περιπέτεια ωρίμανσής μας ή σαν μια υπόθεση ενός ουράνιου ασφαλιστή;

ii. Όταν λέμε ότι μας αρέσει να πηγαίνουμε στην Εκκλησία και αναπαυόμαστε από την ατμόσφαιρά της, άραγε μήπως βουλιάζουμε σε μια προσωπική πνευματική εμπειρία ευχαρίστησης, που την νομίζουμε θεολογική, ενώ είναι απλά ψυχολογική χαλάρωση και εκτόνωση;

iii. Όταν στην σύναξη της Ευχαριστίας κάποιοι από μας ασχολούνται με «προσωπική» (κομποσχοίνι) προσευχή, πόσο άραγε έχουμε τότε συνειδητοποιήσει ότι ΟΛΕΣ οι ευχές είναι στον πληθυντικό και η μονολόγιστη «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» είναι απλώς, Κύριε ελέησον, πράγμα που περιλαμβάνει το… σύμπαν και όχι μόνον εμάς;

iv. Πόσο μπορούμε να συμπεριλάβουμε στην θεολογία της Εκκλησίας ως «Σώμα Χριστού» την ενοχλητική φάτσα του διπλανού με το προγούλι του και τα περίεργα ρούχα του και δεν μας γίνεται εμπόδιο στην… πνευματική μας ανάταση;

v. Δηλαδή να αναρωτηθούμε με όλα αυτά αν επί της ουσίας συμμετέχουμε με τον εκκλησιασμό στην Θυσία Εκείνου, και αν γινόμαστε κι εμείς θυσιαστικοί και όχι απαιτητικοί ζητώντας να μη μας χαλάσουν την συνήθη θρησκευτική βολή μας και να γίνονται όλα κατά την γνώμη μας! Να αναρωτηθούμε αν μαθαίνουμε να μεταβαίνουμε από την «ονειρική θεολογία» στην κοπιαστική δουλειά της αγάπης του Άλλου και κάθε άλλου. Αν καταλάβαμε ότι το να απαιτούμε είναι εγωισμός, άσχετα αν μέσα στην πνευματική μας ανωριμότητα νομίζουμε ότι δικαιούμαστε να απαιτούμε την Ευχαριστία.

Αν δεν αφήσαμε την Ευχαριστία να μας διαμορφώσει σε χριστιανούς θυσίας και αγάπης, όχι κατά την άποψή μας αλλά κατά τις συνθήκες (γεγονότα-άτομα) τότε δεν καταφέραμε να Του μοιάσουμε καθόλου.

Τότε θα μας φωνάζει, ο μάρτυρας του Χριστού Dietrich Bonhoeffer [ο οποίος επέστρεψε από την Αμερική που βρισκόταν στη Χιτλερική Γερμανία θεωρώντας ότι αυτό επιβάλλει η αγάπη], ότι αν δεν αγαπάμε έτσι, τότε: «Είναι χαμένος χρόνος, ο χρόνος που δεν ζήσαμε μια πλήρως ανθρώπινη ζωή, που είναι χρόνος εμπλουτισμένος με πείρα, δημιουργική προσπάθεια, διασκέδαση, και πόνο».

Αν η σύναξή μας ήταν καμίνι σφυρηλάτησης ελευθερίας από τον εγωισμό (έτσι πρέπει να ‘ναι) τότε αυτονόητα θα δίναμε την θέση μας στον αδελφό μας.

Εντελώς φυσικά θα πηγαίναμε στην τελευταία σειρά. Δεν θα σπρωχνόμαστε να πάρουμε του άλλου την σειρά.

Δεν θα διεκδικούσαμε, θα χορηγούσαμε. Αφού η αγάπη απαιτεί παραίτηση «από δικαιώματα», τότε πρέπει να ‘μαστε καταχαρούμενοι, για την ευκαιρία που μας δίνεται να αποκτήσουμε πραγματικές αρετές και όχι φανταστικές αυτοεκτιμήσεις αυτολατρείας.

Αν δεν «ζωστούμε μια ποδιά» για να υπηρετούμε τους άλλους (Λουκάς, κεφ. 12) τότε δεν θα ‘χουμε συγγένεια μ’ Αυτόν που το κάνει πάντοτε.

Σε όσες Λειτουργίες και αν πήγαμε και όσες προσευχές και αν είπαμε και όσα «λίτρα Θείας Κοινωνίας» και αν… καταναλώσαμε, δεν θα ‘χουμε συγγένεια μ’ Αυτόν.

[](#)[](#)