«Σκέφτομαι μόνο τα καλύτερα, έχω κερδίσει πολλά, είναι το πιο όμορφο ταξίδι που έκανα στη ζωή μου, έχω περάσει δύσκολα αλλά πάντα πάλευα στη ζωή μου. Και που έφτασα εδώ που είμαι σήμερα, νιώθω περήφανος που είμαι ο πρώτος ξένος που έφθασα τόσο μακριά», θα δηλώσει ο Τζονάκος, όπως τον αποκαλούσαν οι συμπαίκτες του.

«Έφερες έναν άλλο αέρα στο διαγωνισμό, είσαι πολύ δυνατός στις αντιγραφές, έχεις βρει το δρόμο σου, μη σταματάς να μαγειρεύεις», του είπε ο Σωτήρης Κοντιζάς, χάνοντας τον τελευταίο του παίκτη. «Θέλω να πω στους ανθρώπους που ασχολούνται με τη μαγειρική να μην τα παρατάνε με τίποτα. Μην πιστεύουν κανέναν εκτός από τον εαυτό τους. Αν σκέφτονται, αν φοβούνται να δηλώσουν συμμετοχή στο MasterChef, τους παρακαλώ να κάνουν αυτό το βήμα, γιατί δε θα το μετανιώσουν ποτέ!» είπε αποχαιρετώντας το παιχνίδι ο Τζον, εμφανώς συγκινημένος.

Ποιος είναι ο Τζον

Ο Τζον Λεβί Ριανό (John Levi Reano) είναι από τις Φιλιππίνες. Από το 2005 ζει στην Ελλάδα μαζί με την αδελφή του η οποία είναι παντρεμένη με Έλληνα. Τα δύο αυτά πρόσωπα τον μύησαν στα μυστικά της μαγειρικής σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Ωστόσο, ο Τζον θέλησε να εκπαιδευτεί στη τέχνη αυτή και έτσι γράφτηκε σε σχολή μαγειρικής, κατόπιν εργάστηκε μέχρι το 2012 σε κουζίνες της Αθήνας και στη συνέχεια μετακόμισε στη Ζάκυνθο για να δουλέψει στο εστιατόριο μεγάλου ξενοδοχείου.

Εκεί βρισκόταν τα τελευταία τέσσερα χρόνια πριν μπει στο παιχνίδι. Δήλωσε συμμετοχή, μαγείρεψε μουσακά με φιλιππινέζικα στοιχεία και πήρε το εισιτήριο με τρία ναι: «Για εμένα είναι όνειρο ζωής. Ήρθα να σας δείξω αυτό που είχα μάθει τόσα χρόνια που είμαι εδώ στην Ελλάδα», έλεγε στα πρώτα επεισόδια on camera.

Είναι μεθοδικός, γρήγορος και ευχάριστος. Πάντα με το χαμόγελο, μακριά από ίντριγκες και παρασκηνιακές συζητήσεις. Σκοπός του εξάλλου ήταν να κερδίσει το έπαθλο. Και να κάνει περήφανη τη μητέρα του που ζει στις Φιλιππίνες και την οποία επισκέπτεται όποτε του επιτρέπουν οι επαγγελματικές υποχρεώσεις. Ο πατέρας του έχει πεθάνει. Όταν αρρώστησε, ο Τζον άφησε τη δουλειά του και πήρε το πρώτο αεροπλάνο για να τον δει. Τελικά δεν τον πρόλαβε. Του αρέσουν τα ταξίδια και όπου και αν έχει ταξιδέψει δεν αλλάζει την Ελλάδα, την οποία θεωρεί δεύτερο του σπίτι.