Το Ταμείο προχωρά σε νέες συστάσεις προς τη χώρα μας, εντοπίζοντας κινδύνους και αδυναμίες για απασχόληση και ανταγωνιστικότητα

Σε νέες συστάσεις προς τη χώρα μας προχωρά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο πλαίσιο της έκθεσης του Άρθρου 4 για την οικονομία της ευρωζώνης που έδωσε την Πέμπτη στη δημοσιότητα και η οποία αφορά την κατάσταση της οικονομίας σε κάθε χώρα της ευρωζώνης.

Όπως επισημαίνει το Ταμείο αναφορικά με την αγορά εργασίας,  οι βασικές μεταρρυθμίσεις του 2011 αντιστράφηκαν τον Αύγουστο του 2018, καθώς ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 10,9% και ο υποκατώτατος μισθός των εργαζομένων κάτω των 25 ετών καταργήθηκε. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, αυτές οι αλλαγές αυξάνουν τους κινδύνους για την ανάκαμψη της απασχόλησης και της ανταγωνιστικότητας.

Για τον λόγο αυτό το ΔΝΤ υποστηρίζει πως πρέπει να προωθηθούν πιο ευέλικτες πολιτικές για την αγορά εργασίας, κυρίως μέσω της επικράτησης των επιχειρησιακών συμβάσεων εργασίας έναντι των κλαδικών, ώστε να αντανακλούν τις ειδικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε επιχείρηση, αλλά και να υπάρχει τακτική αξιολόγηση των περιπτώσεων που δικαιολογούνται συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Το Ταμείο δίνει μεγάλο βάρος και στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων και αναφέρει πως πρέπει να υπάρξει επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, ώστε να μειωθεί το βάρος των φόρων και των εισφορών, αλλά και το κόστος χρήματος για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Καταγράφει πάντως πρόοδο σε κάποιους τομείς, όπως η μερική απελευθέρωση επαγγελμάτων, ο εκσυγχρονισμός στην καταγραφή των δημόσιων έργων και η χαλάρωση εμπορικών περιορισμών, ενώ για το επιχειρηματικό περιβάλλον σημειώνει ότι υπάρχει μεν πρόοδος στην αδειοδότηση των επιχειρήσεων, επισημαίνει όμως ότι βασικοί τομείς παραμένουν εκτός της νέας νομοθεσίας.

Ενδεικτικά αναφέρει πως πρέπει να συνεχισθεί η πρόοδος ως προς τις διαδικασίες χορήγησης αδειών για επενδύσεις, να αξιολογηθεί εκ νέου το καθεστώς των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων, ώστε να μειωθούν οι τιμές σε συγκεκριμένες υπηρεσίες και προϊόντα, αλλά και να ενισχυθεί η ικανότητα της ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού να εντοπίζει στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.