«Η υφιστάμενη κατάσταση πολυνομίας και κακονομίας στη χώρα μας είναι παγκοίνως γνωστή. Σύμφωνα με την καταγραφή των Σωτηρόπουλου και Χριστόπουλου, κατά την δεκαπενταετία 2001-2016 ψηφίσθηκαν 1.569 νόμοι, που περιείχαν περί τις 20.000 εξουσιοδοτήσεις για την έκδοση κανονιστικών διοικητικών πράξεων. Τα αποτελέσματα της έρευνας του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών ως προς την ποιότητα νομοθέτησης του 2018 επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα και δεν μπορούν παρά να χαρακτηρισθούν ως αποκαρδιωτικά: Κανένας από τους 41 νόμους και τις 36 κυρώσεις που ψηφίσθηκαν το 2018 δεν πληροί τις προϋποθέσεις καλής νομοθέτησης, με τη συντριπτική πλειοψηφία να περιέχει άσχετες και εκπρόθεσμες τροπολογίες, ενώ ένας στους τέσσερις νόμους ψηφίσθηκε με την επείγουσα ή την κατεπείγουσα διαδικασία και στις μισές περίπου περιπτώσεις δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 61% των νόμων και κυρώσεων του 2018 τροποποιεί τουλάχιστον έναν νόμο που τέθηκε σε ισχύ από το 2015 έως το 2018, δηλαδή από την ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία ενώ η ανάγνωση της νομοθετικής παραγωγής του 2018 θα απαιτούσε για τον μέσο άνθρωπο 60 εργάσιμες ημέρες. Σοβαρές αμφιβολίες δικαιολογούνται, αντίθετα, ως προς την αναγκαιότητα αυτής της νομοθετικής δραστηριότητας, αν εξετάσει κανείς τουλάχιστον τις εκθέσεις αξιολόγησης των νόμων του 2018, από τις οποίες το 65% δεν περιλαμβάνει ποσοτικά στοιχεία, το 85% δεν περιλαμβάνει προβλέψεις για απλοποιήσεις διαδικασιών ενώ σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να έγινε μέτρηση των διοικητικών επιβαρύνσεων».

Το εγχειρίδιο περιλαμβάνει τα αυτονόητα: λιτότητα, ακριβολογία και σαφήνεια στην έκφραση, γλωσσική ορθότητα και νοηματική αλληλουχία, γραμματική και συντακτική αρτιότητα. Το μόνο που δεν είδα στο εγχειρίδιο είναι η απαγόρευση τροποποιήσεων, καταργήσεων, αντικαταστάσεων διατάξεων άλλων νόμων με τρόπο που ο αναγνώστης, ούτε οι βουλευτές που τις ψηφίζουν, δεν κατανοεί τον λόγο της τροποποίησης ή τις επιπτώσεις αυτής στην ερμηνεία του νόμου, όπου εντάσσεται η τροποποίηση.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τον ν. 4009/2011 περί ΑΕΙ, ο οποίος υποτίθεται ότι αποτελούσε το απαύγασμα/συνισταμένη όλων των αλλεπάλληλων επί δεκαετίες ρυθμίσεων των εκάστοτε κυβερνήσεων ή και υπουργών της ίδιας κυβέρνησης, ώστε να αποτελέσει σταθερό πλαίσιο λειτουργίας τής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ενδιαφέρουσα είναι η διατύπωση του άρθρου 19 περί εκλογής καθηγητών, το οποίο τροποποιήθηκε επτά [7] φορές εντός τεσσάρων ετών με τους νόμους 4405/2016, 4452/2017, 4485/2017, 4521/2018, 4559/2018, 4589/2019 και 4610/2019.

Άρθρο 19
«1.α) Προϋπόθεση για εκλογή σε θέση καθηγητή όλων των βαθμίδων είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος, καθώς και η συνάφεια αυτού του εν γένει ερευνητικού, επιστημονικού, διδακτικού, κλινικού ή καλλιτεχνικού έργου των υποψηφίων με το γνωστικό αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης. …
…..
4…
γ) Η τριμελής εισηγητική επιτροπή οφείλει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία σαράντα (40) ημερών από τη συγκρότησή της και όχι νωρίτερα από είκοσι (20) ημέρες να καταθέσει εισηγητική έκθεση στην οποία οφείλει: α) να αναλύσει και να αξιολογήσει το έργο και την προσωπικότητα κάθε υποψηφίου, εκφέροντας κρίση για την προσφορά του στην πρόοδο της επιστήμης, β) να διατυπώσει την άποψή της εάν οι υποψήφιοι ανταποκρίνονται στα απαιτούμενα από το νόμο προσόντα και ειδικότερα για τη συνάφεια του γνωστικού αντικειμένου της προς πλήρωση θέσης με το γνωστικό αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής, καθώς και η συνάφεια αυτής, επιστημονικού, διδακτικού, κλινικού ή καλλιτεχνικού έργου των υποψηφίων με το γνωστικό αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης..»,

Προφανώς ο νομοθέτης ήθελε να πει στην μεν §1α ότι η διδακτορική διατριβή πρέπει να είναι συναφής με το έργο του υποψηφίου. «Η συνάφεια αυτού του εν γένει .. έργου» δεν λέει τίποτε. Στην §4.γ γίνεται ορθώς λόγος για διδακτορική διατριβή και όχι για διδακτορικό δίπλωμα που αναγράφεται στην §1.α. Γιατί αυτή η διαφοροποίηση; Άλλο είναι το διδακτορικό δίπλωμα και άλλη η διδακτορική διατριβή; Στη συνέχεια στην §4.γ (β) ορίζεται ότι η εισηγητική επιτροπή πρέπει να αποφανθεί και περί της συνάφειας του γνωστικού αντικειμένου της διατριβής με το αντικείμενο της προς πλήρωσης θέσης, αλλά και η συνάφεια αυτής «επιστημονικού, διδακτικού .. έργου». Προφανώς ο νομοθέτης ήθελε να πει ότι η διατριβή πρέπει να είναι συναφής με το επιστημονικό κ.λπ. έργο του υποψηφίου, αλλά και με το γνωστικό αντικείμενο της προς κατάληψη θέσης . Τόσο δύσκολο ήταν να το γράψει σε σωστά ελληνικά;

Και γιατί παρακαλώ να υποχρεούται η Επιτροπή να διατυπώσει απλώς άποψη περί συναφείας μεταξύ διατριβής και γνωστικού αντικειμένου της προς κατάληψη έδρας και να μην υποχρεούται να βεβαιώνει και μάλιστα ητιολογημένως τη συνάφεια; Και μάλιστα κατά τρόπο άρτιο που να ελέγχεται και δικαστικώς ως προς την ουσία; Αλλά αυτά ντεν γκίνοντε στο Ελάντα. Πώς θα κατελάμβανε πανεπιστημιακό θώκο η Μπέττυ, κατά κόσμον Περιστέρα Μπαζιάνα, ή παλαιότερα η Νατάσσα Παζαΐτη, σύζυγος Κωστάκη, αν ο νόμος ήταν σαφής χωρίς παραθυράκια;

Αλλά και κάτι άλλο: γιατί θα πρέπει η διατριβή και το εν γένει έργο του υποψηφίου να είναι απλώς συναφή προς το γνωστικό αντικείμενο της προς κατάληψη έδρας και να μην εντάσσονται στο αντικείμενο της Σχολής, στην οποίαν ανήκει η έδρα;

Κατά τα λοιπά το εν λόγω άρθρο 19 με τις κατά καιρούς τροποποιήσεις του όρισε σωρεία προσόντων για την κατάληψη μίας θέσης σε ΑΕΙ. Π.χ. να έχει ο υποψήφιος αναπτύξει το έργο του στα 5 τελευταία χρόνια ή να έχει διδάξει τα τελευταία 3 χρόνια. Αν έχει εκπληκτικό έργο προγενέστερο των 5 ετών, ουδόλως ενδιαφέρει. Άρα, αποκλείεται και τη θέση καταλαμβάνει αυτός που ανέπτυξε το έργο στα τελευταία 5 χρόνια. Κι’ αν ο εκλεκτός είχε αναπτύξει το έργο του στα τελευταία 2 χρόνια, τότε σίγουρα ο νόμος θα όριζε ότι προϋπόθεση για την κατάληψη της θέσης είναι τα 2 χρόνια.

Για να δούμε, θα συμμορφωθεί η Διοίκηση με τις επιταγές του Εγχειριδίου Νομοπαρασκευαστικής Μεθοδολογίας; Εγώ, πάντως δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος, αν κρίνω και από το πολύ πρόσφατο παράδειγμα: τις προδιαγραφές για την κατασκευή μασκών για τους μαθητές, οι οποίες πρέπει να αλλάξουν λόγω αστοχίας ως προς τις διαστάσεις.**
**Σώτος**


**ΠΗΓΗ**