Αν και κανείς δεν γνωρίζει τα μύχια σχέδιά του για μετά τον Οκτώβριο, ωστόσο είναι δύσκολο να τον φανταστεί κανείς απόστρατο της πολιτικής

«Ο Τρισέ, διαπραγματεύεται. Ο Ντράγκι, πείθει». Έτσι περιγράφει τη διαφορά του πρώην με τον νυν διοικητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πολύπειρο στέλεχος της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας στις Βρυξέλλες.

Πράγματι, αν δει κανείς την πορεία του σχεδόν πάντα αγέλαστου Ιταλού πολιτικού και τεχνοκράτη, θα διαπιστώσει ότι υπήρξε πάντα σταθερός στις ιδέες του, στις οποίες πολλοί προσχωρούσαν καθ’ οδόν.

Ο Μάριο Ντράγκι, που σήμερα έπαιξε την τελευταία πράξη του ρόλου του ως επικεφαλής της ΕΚΤ, θα μείνει στην ευρωπαϊκή ιστορία για μια φράση του, ίσως τη μοναδική που είπε εκτός χειρογράφου, και την οποία προσπάθησε επί πολλά χρόνια με πείσμα και χωρίς συμβιβασμούς να κάνει πράξη: Μιλώντας στο Λονδίνο, στις 27 Ιουλίου 2012, όταν η ελληνική κρίση ήταν στο απόγειό της, το ευρώ δοκιμαζόταν και η ευρωπαϊκή οικονομία είχε άδηλο μέλλον, ο Ντράγκι πρόσθεσε εκτός κειμένου μια φράση, που από τότε οδήγησε όλη του την πολιτική.

Σήκωσε τα μάτια από το χειρόγραφο και είπε: «Στο πλαίσιο της εντολής μας, η ΕΚΤ είναι έτοιμη να κάνει ό,τι χρειάζεται («whatever it takes») για την προστασία του ευρώ. Και πιστέψτε με, αυτό που θα κάνει, θα είναι αρκετό».

Μέσα στα επόμενα επτά χρόνια ο Ντράγκι και η ΕΚΤ έκαναν πραγματικά ό,τι ήταν δυνατό για την κοινή ευρωπαϊκή οικονομική προσπάθεια, όχι πάντα με την απαραίτητη επιτυχία. Σήμερα, καθώς πορεύεται προς το τέλος της θητείας του, οι Ευρωπαίοι αναγνωρίζουν ότι κορυφαίες πρωτοβουλίες του επίμονου Ιταλού, όπως η ποσοτική χαλάρωση κι η μείωση των επιτοκίων βοήθησαν, αλλά δεν γιάτρεψαν την ευρωπαϊκή οικονομία. Το βασικό της πρόβλημα, που είναι η αδυναμία ανάκαμψης της ζήτησης ακόμα και κατά την περίοδο των μηδενικών επιτοκίων, κανείς -ούτε ο Ντράγκι- δεν κατάφερε να γιατρέψει πλήρως.

Κι όμως! Οι «λαγοί» που έβγαζε κατά καιρούς ο επίμονος Ιταλός από το μανίκι του, ήταν πολλοί και εντυπωσιακοί. Κανείς -και ειδικά οι Έλληνες- δεν ξεχνούν την μεταμεσονύχτια αποστολή χρημάτων για τη διάσωση της Ελλάδας το 2015, όταν οι πειραματισμοί των Τσίπρα- Βαρουφάκη έφεραν τη χώρα ένα βήμα πριν την χρεοκοπία και την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην πραγματικότητα, όμως, η ενίσχυση των ελληνικών τραπεζών άρχισε μετά το περίφημο Καστελόριζο του Γιώργου Παπανδρέου, τον Ιούνιο του 2010. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο της ελληνικής κεντρικής τράπεζας «Το Χρονικό της Μεγάλης Κρίσης- Η Τράπεζα της Ελλάδος 2008- 2013» τη διετία 2010-2011 έφτασαν στην Ελλάδα σε παλέτες περί τα 5,26 δισ. ευρώ σε χαρτονομίσματα των 50 και 100 ευρώ.

Σε ένα ταξίδι του από τις Βρυξέλλες στη Ρώμη, τον Ιούλιο του 2015, ο Ντράγκι πολιορκήθηκε από δημοσιογράφους που έσπευσαν να τον ρωτήσουν πώς βλέπει την κατάσταση στην Ελλάδα. Τότε ο συνήθως εγκρατής Ιταλός είχε πει «δεν ξέρω, αυτή τη φορά τα πράγματα για την Ελλάδα είναι δύσκολα».

Ο Ντράγκι ποτέ δεν είχε αναστολές και συναισθηματισμούς: Βοήθησε την Ελλάδα να μην χρεοκοπήσει, με πολλές παρεμβάσεις τις κρίσιμες για την πατρίδα μας ώρες. Το 2015 έστελνε χαρτονομίσματα μέσα σε στρατιωτικά αεροσκάφη C-130 που προσγειώνονταν νύχτα και ξεφόρτωναν τις ανάσες στην μισοπεθαμένη ελληνική οικονομία μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, αλλά την απέκλεισε πλήρως από την πρώτη φάση της ποσοτικής χαλάρωσης, αφού έθεσε ως προϋπόθεση συμμετοχής της χώρας μας, τη ρύθμιση του χρέους της και το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης. Στήριξε τις ελληνικές κυβερνήσεις, ακόμα κι εκείνη του Αλέξη Τσίπρα το πρώτο μισό του 2015, αλλά δεν δίστασε να ζητήσει πλειστηριασμούς σε όλη την Ελλάδα για να πάρει μπροστά το χρηματοπιστωτικό της σύστημα.

Κράτησε το πηδάλιο μέσα στη θαλασσοταραχή

Ο Μάριο Ντράγκι κυβέρνησε την Κεντρική Τράπεζα της Ευρώπης σε μια περίοδο έντονων οικονομικών -αλλά και στρατηγικών- προβλημάτων της κοινής ευρωπαϊκής προσπάθειας. Τα μέτρα πολιτικής που μπορούσε να λάβει, δεν ήταν αρκετά να μειώσουν την φθίνουσα οικονομική απόδοση της ευρωπαϊκής οικονομίας, τις διευρύνσεις των ανισοτήτων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, τη διογκούμενη δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων πολιτών εναντίον των πολιτικών -και οικονομικών- ελίτ, την άνοδο του λαϊκισμού…

Διέθεσε περί τα 2,6 τρισεκατομμύρια ευρώ στο πρώτο κύμα της ποσοτικής χαλάρωσης, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της χρηματοοικονομικής κρίσης στην Ευρώπη. Διέθεσε δηλαδή μέσα σε 4 χρόνια το ποσό των 7.600 ευρώ για κάθε Ευρωπαίο πολίτη. Στην αρχή πολύ περισσότερα (έως 80 δισ. το μήνα) για να περιορίσει τις αγορές μετά το 2016 (σε έως και 15 δισ). Με αυτό τον τρόπο, ο «σούπερ Μάριο» πέτυχε τη σταδιακή, αν και περιορισμένη, ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά την ύφεση του 2012, η οποία κατέγραψε 22 συνεχόμενα τρίμηνα ανάπτυξης κι οδήγησε τον ευρωπαϊκό πληθωρισμό να αγγίξει, όχι όμως και να φτάσει, το ορόσημο του 2% που είχε τεθεί.

Όλο αυτό το σχέδιο Ντράγκι, εξελίχθηκε μέσα σε ένα ολοένα και περισσότερο νεφοσκεπές διεθνές σκηνικό: Μετά την «ελληνική βόμβα» που ευτυχώς -και με δική του συμβολή- δεν εξερράγη το 2015, σειρά πήρε η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Ιταλία, τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στην ευρωζώνη, με την έκρηξη του ελλείμματος και την άνοδο των λαϊκιστών στην πολιτική της σκηνή και την εξουσία. Ακολούθησε ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ- Κίνας που ενέπλεξε και την Ευρώπη, η στασιμότητα της γερμανικής οικονομίας, η υψηλή ανεργία, και τώρα το brexit, για να μην μιλήσουμε για την οικονομική πτυχή (δημογραφικό, ασφαλιστικό) της χωρίς κανόνες μετανάστευσης στην Ευρώπη πολιτών κυρίως από τις χώρες της Μέσης και Άπω Ανατολής

Απέναντι σε ένα τέτοιο πλέγμα προβλημάτων, μόνος του κανείς δεν μπορεί να επιφέρει καταλυτικές αλλαγές. Κι ο Ντράγκι, παρά την συνεργασία του με τα άλλα κορυφαία όργανα της ΕΕ, σε πολλές περιπτώσεις υπήρξε απογοητευτικά μόνος

Ο μεγαλύτερος αντίπαλος του Μάριο Ντράγκι ως διοικητή της ΕΚΤ, δεν ήταν οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες στην Ευρώπη. Ήταν κι αυτές, αλλά ο μεγαλύτερος ήταν άλλος: Ήταν κυρίως οι Ευρωπαίοι πολιτικοί, στη μεγάλη τους πλειοψηφία κολλημένοι στην ικανοποίηση του βραχυπρόθεσμου, όταν η οικονομία στα επίπεδα της Ευρώπης ανακάμπτει με κατεξοχήν μακροπρόθεσμες αποφάσεις και πρωτοβουλίες.

Ο «σούπερ Μάριο» Ντράγκι, σήμερα παρουσίασε το τελευταίο πλέγμα πολιτικών πρωτοβουλιών ως διοικητής της ΕΚΤ. Λίγους μήνες νωρίτερα, αν και του προτάθηκε με επίταση, αρνήθηκε να «μεταναστεύσει» στην Ουάσιγκτον αναλαμβάνοντας τη θέση που ως πρότινος κατείχε η Κριστίν Λαγκάρντ. Αν και κανείς δεν γνωρίζει τα μύχια σχέδιά του για μετά τον Οκτώβριο, ωστόσο είναι δύσκολο να τον φανταστεί κανείς απόστρατο της πολιτικής. Το «whatever it takes», που έσωσε το ευρώ από τα χειρότερα, είναι το καλύτερο διαβατήριο στα χέρια του Ντράγκι.

Για οπουδήποτε!