Του Αρχιμ. Ιερεμίου Γεωργαλή εκ Βεροίας

Ὁ Μητροπολίτης Καστορίας κυρὸς Σεραφεὶμ

Αἴφνης θλῖψις ἀπαραμύθητος ἔπεσε στὶς καρδιὲς μας. Ἄκουσμα θλιβερὸ καὶ ἄγγελμα θανάτου ἠγαπημένου καὶ σεβασμίου Ἀρχιερέως, τοῦ μακαριστοῦ, πλέον, Μητροπολίτου Καστορίας κυροῦ Σεραφείμ, συνετάραξε τὸ πρωινὸ τῆς 29ης Δεκεμβρίου.

Ἐν μέσῳ ἁγίου Δωδεκαημέρου ἑορταστικοῦ ἡρπάγη ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ὁ ἄρχοντας Δεσπότης τῆς ἀρχόντισσας Καστοριᾶς, Σεραφεὶμ, γιὰ νὰ εἰσοδεύσει λαμπροφόρος καὶ τροπαιοφόρος εἰς τὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας οὐκ ἔσται τέλος.

Πόνος βαθὺς καὶ λύπη βαθυτάτη σκοτεινιάζει τὸ μυαλὸ καὶ πλημμυρίζει τήν καρδιὰ τούτη τὴν μαύρη ὥρα.

Πῶς ἔγινε ἐτοῦτο τόν καιρό ὅπου κατὰ τὸ εὐαγγελικὸν ἐπικρατεῖ «συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ ἠχούσης θαλάσσης καὶ σάλου, ἀποψυχόντων ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ» νὰ μᾶς ἐγκαταλείπει, μὲ γοργὸ βηματισμό, ὁ Ἄγγελος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καστορίας;

Κρότος σιωπῆς τὴν ὥρα τῆς σιγῆς ἡ ἔμπονη γιὰ τόν Δεσπότη προσευχή. Κρουνοὶ δακρύων ἄρχισαν νὰ ῥέουν προσευχητικῶς διὰ τὸν ἀποχωρισμὸ στὸ αὔγασμα τῆς μέρας.

Ἀλλ᾽ ἰδού, ὡς φωνὴ ὑδάτων πολλῶν, ἠκούσθη λόγος παραμυθυτικὸς νὰ λέγει νὰ λαλεῖ μας: «Ὕπνωσε ἐν θλίψῃ καί δοκιμασίᾳ, ἀφύπνωσε ἐν χαρᾷ μεγίστῃ καὶ δοξολογίᾳ ἔνθα οὐκ ἔστὶ πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμὸς ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος». Καὶ ἡ εἰρήνη ἦρθε στὴν καρδιά καὶ ὁ νοῦς παρηγορήθη.

«Ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ. Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου; Ἢ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο;». (Ρωμ. 11,33-34).

Ἦταν τὸ 1991, ὅταν νέοι φοιτητὲς ἀνακαλύψαμε τὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Νικολάου Ἀχαρνῶν στὴν Ἀθήνα. Ὁ προϊστάμενος τοῦ Ναοῦ, Ἀρχιμ. Σεραφεὶμ Παπακώστας, μὲ τὴν ἱεροπρεπὴ μορφή, τὴν ἱκετευτικὴ φωνή, τὸν πατερικὸ καὶ ἀφυπνιστικὸ λόγο, τὴν καταδεκτικότητα, τὴν ἁπλότητα, τὸ παιδικὸ μειδίαμα μὰ κυρίως τὸ χάρισμα τῆς ἀγάπης μᾶς ἐκέρδισε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή.

«Ἐδῶ παιδιὰ μου στὸ ἱερὸ βῆμα εἶναι ἡ θέση σας» μᾶς εἶπε καὶ ἔκτοτε ὁ Ἅγιος Νικόλαος Ἀχαρνῶν ἔγινε τὸ καταφύγιό μας τὸ πνευματικὸ στὴν πολύβουη Ἀθήνα.

Ὀρθρίσαμε καὶ ἑσπερίσαμε πολλὲς φορὲς σιμὰ του. Ἀνεπανάληπτες οἱ κατανυκτικὲς του ἀγρυπνίες. Ὁ λόγος του ἐνισχυτικός, παρηγορητικός, πατερικὸς διὰ τοῦτο καὶ γνήσια ἐκκλησιαστικός.

Μᾶς νουθέτησε πνευματικά, μᾶς ἐνίσχυσε ὑλικά, μᾶς προστάτευσε διακριτικὰ καὶ ὅλα τοῦτα ἀθόρυβα καὶ ταπεινά. Τὸν βλέπω ἐνώπιον τῆς ἁγίας Τραπέζης τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἐν φόβῳ Θεοῦ νὰ ἐκφωνεῖ τὸ «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία….».

Στεντορείᾳ τῇ φωνῇ ἐκφωνοῦσε τὸ «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας Ἀχράντου» σὰν νὰ εὑρίσκετο κατενώπιον τοῦ θρόνου τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Τὸ κήρυγμά του ποταμὸς ὕδατος ζωῆς ἁλλόμενου εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Ἡ λατρεία μὲ κέντρο τήν Θ. Λειτουργία ἦταν τὸ καθημερινὸ του βίωμα. Μιὰν ἄλλη Μονή τῶν Ἀκοιμήτων γέγονε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ὁ Ἅγιος Νικόλαος Ἀχαρνῶν. Καὶ τώρα, ἀναμνήσεις, θυμίσεις, ἐμπειρίες, βιώματα, κατακλύζουν τὸν νοῦν γιὰ κεῖνα τὰ ὁλόφωτα χρόνια σιμὰ στὸν παπὰ Σεραφείμ.

Καὶ ἦρθεν ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ὑπερευλογημένη ἡμέρα καὶ τὸν ἐκάλεσεν ὁ Κύριος, ἀξίως καὶ δικαίως, εἰς τό ὑψηλὸ καὶ πυρίφλεκτο ὄρος τῆς Ἀρχιερωσύνης.

Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1996 σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν ἐκλέγεται, χειροτονεῖται καὶ ἐνθρονίζεται Μητροπολίτης τῆς ἐνδόξου καὶ ἡρωικῆς Καστοριᾶς. Ἐτέθη ὁ λύχνος ἐπὶ τὴν λυχνία καὶ ἔλαμψε πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ.

Ἔκτοτε, μέ τὴν ὁρμὴ τῆς νιότης, μὲ τὴν ἀγαθοσύνη τῆς ἀγαπώσης καρδίας του, μὲ ζῆλο ἀποστολικὸ καὶ βίο λειτουργικό, μοναχικό, καλογερικὸ ζώστηκε τὸ λέντιο τῆς Ἀρχιερατικῆς διακονίας και «τοῖς πᾶσι γέγονε τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσει».

Οἱ πολύτιμες πέτρες τῆς ἀρχιερατικῆς του μίτρας ἦταν τὸ φιλόθεον, τὸ φιλάγιον, τὸ φιλάνθρωπον, τὸ φιλακόλουθον, τὸ φιλόκαλον, τὸ φιλόξενον, τὸ εὐγενές, τὸ χριστοτερπὲς, τό παραμυθητικόν, τό πατριωτικόν, τό ἅγιον.

Ἡ καρδιὰ του πάλλονταν γιὰ ὁλάκερη τὴν εὐλογημένη ἐπαρχία του, γιὰ τὴν ἐξάκουστη Καστοριά, ἕως καὶ τὴν τελευταία του πνοή.

Μὲ σπουδὴ μεγάλη καὶ βούληση γενναία ἀποκάλυψε τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ Θεοῦ στὸ ποίμνιό του καὶ κατέστησε ἑαυτὸν ἱκέτη τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ του ἀλλὰ καὶ φρυκτωρό ἀκοίμητο τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων τοῦ Ἔθνους στὶς ἀκρώρειες τῆς ἠγαπημένης πατρίδος.

Τὸν Χριστὸ διακονοῦσε, τὸν λαὸ ὑπηρετοῦσε, τὴν Ἑλλάδα ἐξυμνοῦσε ὁ Καστορίας Σεραφείμ. Ὡς λέων πῦρ πνέων ἐφάνταζε ὁ Καστροπολεμίτης Δεσπότης τῆς Καστοριᾶς ὅταν ὁμιλοῦσε καὶ ὑπερμαχούσε γιὰ τὰ δίκαια τῆς ἑλληνίδος Μακεδονίας, ἀφοῦ ἦταν ἄξιος διάδοχος τοῦ λεοντόψυχου μεγάλου προκατόχου του Μητροπολίτου Γερμανοῦ Καραβαγγέλη.

Καὶ ἡ προκοπὴ αὐτοῦ φανερὰ ἐγένετο τοῖς πᾶσι. Ἰδιαιτέρα δὲ καὶ μεγάλη εὐλογία γιὰ τὴν ζωὴ μας θεωροῦμε τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἀγωνιστὴς αὐτὸς Ἱεράρχης μᾶς εἰσήγαγε στὸν πρῶτο βαθμὸ τῆς Ἱερωσύνης, αὐτὸ τοῦ διακόνου, κατὰ τὸ σωτήριο ἔτος 1998, στὴν ἱστορικὴ του ἐπαρχία.

Τὴν ἀγωνία τῆς γρηγορούσης καρδίας του διὰ τὰ καθ᾽ ἡμᾶς ἀποκαλύπτει καὶ τὸ τελευταῖο του κείμενο ποὺ δημοσίευσε στὶς 3 τοῦ Δεκέμβρη καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφέρει: «Προβληματίζομαι μὲ τὰ ὅσα συμβαίνουν στὸν τόπο μας. Προβληματίζομαι μὲ τὴν τρομοκρατία καὶ τὸν φόβο ποὺ ἀσκεῖται στὸν ἐλεύθερο στὴ σκέψη καὶ ἀδούλωτο στὴν καρδιὰ Ἕλληνα Ὀρθόδοξο.

Καὶ ποιὸς δὲν προβληματίζεται τὶς ἡμέρες αὐτές, ἀπὸ τὸν ἀπρόσκλητο ἐπισκέπτη, τὸν ἰό, ποὺ καθήλωσε τὴν ἔπαρση ὅλων μας, τὴν ὀφρὺν τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς καὶ ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιστήμη;

Ἦρθε νὰ μᾶς θυμίσει πόσο ἀδύναμοι εἴμαστε καὶ πόσο μικροὶ μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα ἀπολύτως χωρὶς τὴν παρουσία Του στὴ ζωὴ μας: «Χωρὶς ἐμοῦ, οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».

Καὶ μετὰ ταῦτα ὁ ἀκροφύλακας Δεσπότης τῆς Καστοριᾶς ξεκίνησε τήν ἔσχατη ἐπὶ γῆς πορεία του ὁδεύοντας στὸ πέτρινο καὶ ἀνηφορικὸ διαβατικὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἔφυγε ξαφνικὰ καὶ ἀπρόσμενα ὁ Καστορίας Σεραφεὶμ καὶ ἀνῆλθε στὴν ἄνω φωτοφορία. Ἔφυγε γιὰ τὴν ποθεινὴ πατρίδα. Ἔφυγε γιὰ τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Αὐλίζεται εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος καὶ ἐκ τῶν πολλῶν του κόπων ἀναπαυόμενος.

Ἱερουργεῖ, πλέον, στὸ οὐράνιο θυσιαστήριο καὶ συλλειτουργεῖ μετὰ ἁγίων ἀρχιερέων καὶ ἡγιασμένων ἱερέων. Εἴθε λαμπάδα ἀνημμένη ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς νὰ εἶναι ὁ Δεσπότης Σεραφείμ.

Εἴθε ἡ Κυρὰ ἡ Παναγιὰ ποὺ τόσο ἀνυμνοῦσε, ἡ ὁσία Σοφία τῆς Κλεισούρας ποὺ τόσο ἐξυμνοῦσε καὶ οἱ ἅγιοι τῆς εὐλογημένης ἐπαρχίας του ποὺ τόσο ἀγαποῦσε νὰ τὸν προϋπαντήσουν εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐκεῖ ὅπου «ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀρνίου ἐν αὐτῇ ἔσται, καὶ οἱ δοῦλοι αὐτοῦ λατρεύσουσιν αὐτῷ καὶ ὄψονται τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν∙ καὶ νὺξ οὐκ ἔσται ἔτι, καὶ οὐ χρεία λύχνου καὶ φωτὸς ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς φωτιεῖ αὐτούς, καὶ βασιλεύσουσιν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».(Ἀποκ. 22, 3-5). Ἀμήν.

[](#)[](#)