Η **Λαμπρή υπήρξε ανέκαθεν, αν και με διαφορετικές ανά περίπτωση προσεγγίσεις, ένα ιδιαίτερα προσφιλές θέμα των Ελλήνων ζωγράφων.**

Ιδιαίτερα εκείνων του 19ου ως και τα μισά του 20ού αιώνα. Σκηνές ρεαλιστικές ή υπερβατικές, βαθιάς θρησκευτικότητας και κατάνυξης ή με κοινωνικό χαρακτήρα, στην πόλη ή στο ύπαιθρο απεικονίζονται σε έργα σπουδαία, που μιλούν για τον ξεχωριστό τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες γιορτάζουν το Πάσχα, αναβιώνοντας ήθη και έθιμα αιώνων.

Ακόμη κι αν, όπως φέτος, όλα είναι διαφορετικά και πρωτόγνωρα.

Η τέχνη, όμως, εκτός από την απόλαυση που προσφέρει, μπορεί να είναι και παρηγορητική, όπως μαρτυρούν και τα έργα οκτώ Ελλήνων καλλιτεχνών που ακολουθούν:

1.Το 1932, ο Ουβέρτος Αργυρός απεικονίζει στον πίνακά του, «Ανάσταση» μια χαρούμενη σκηνή, που εκτυλίσσεται σε ένα χωριό της Αττικής. Δύο νεαρές γυναίκες, κρατώντας στα χέρια τα κεριά με το άγιο φως, αποχωρούν από την εκκλησία, όπου πριν από λίγο έχει ψαλλεί το Χριστός Ανέστη.

Η φορεσιά τους, πιθανώς μεσογείτικη, με το ανάλαφρο, γιορτινό μαντήλι στο κεφάλι, τα κοσμήματα στο μέτωπο και στο στήθος. Μα, προπάντων, η κατάνυξη και η έκσταση στα πρόσωπά τους που λάμπουν, είναι αυτό που δίνει όλη την νότα στην εικόνα.

Γιατί αυτός ο πίνακας λάμπει ολόκληρος μέσα σ΄ένα χρυσό φως. Πίσω τους κι άλλοι πιστοί, στο προαύλιο της εκκλησίας, στα σκαλιά της, στην πόρτα του ναού.

Ιμπρεσιονιστής ζωγράφος, ο Αργυρός (1882_1963) δημιούργησε πολλά έργα με σκηνές από την καθημερινή ζωή, αλλά και τοπία, προσωπογραφίες, καθώς και γυμνά. Σημαντικό, όμως, θεωρείται και το έργο του, της απεικόνισης μαχών, κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου ύστερα από παραγγελία της κυβέρνησης.

Η «Ανάσταση», πάντως, ξυπνά ξεκάθαρα τις μνήμες του τόπου. Το έργο βρίσκεται στη συλλογή της Εθνικής Τράπεζας.

Ουβέρτος Αργυρός «Ανάσταση»


2. Δοξαστική η «Ανάσταση» του Κωνσταντίνου Παρθένη, ένα έργο του 1917, που σηματοδοτεί την νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο. Πέρα απ΄αυτό, όμως, αποκαλύπτει και την μοναδική ικανότητα του ζωγράφου να αποδίδει στους πίνακές του το πνευματικό και το αιθέριο.

Μια πνευματικότητα που περνάει στον θεατή μέσα από το χρώμα, την λεπτότητα της πινελιάς και τις εξαϋλωμένες φιγούρες του Χριστού, που απεικονίζεται σε όρθια θέση και των φρουρών του τάφου, λυγισμένων δίπλα του.

«Έτσι, με την καθετότητα του Χριστού τονίζονται η βεβαιότητα και η ασφάλεια, ενώ με την κυρτότητα των φρουρών, η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια», όπως έχει γράψει ο ιστορικός της τέχνης, Χρύσανθος Χρήστου.

Αξιοσημείωτο είναι, όμως, και το ότι το πρόσωπο του Χριστού συνδέεται με τη Βυζαντινή παράδοση.

Ζωγράφος του ελληνικού μοντερνισμού, που, στις αρχές του 20ού αιώνα, έκανε τη ρήξη με το καλλιτεχνικό κατεστημένο της Σχολής του Μονάχου ήταν ο, Αλεξανδρινός στην καταγωγή, Κωνσταντίνος Παρθένης (1878 – 1967), ο οποίος, παρ΄ότι με κοσμοπολίτικη παιδεία, στράφηκε στην ωριμότητά του αποκλειστικά στην Ελλάδα.

Μια ιδεατή Ελλάδα, για την ακρίβεια, η οποία, μέσα στο έργο του, εμπεριέχει και τους ολύμπιους θεούς και τους βυζαντινούς αγίους και τους ήρωες της Επανάστασης, ως ιδανικές μορφές, που κινούνται μέσα σ΄έναν υπερβατικό χώρο και χρόνο.

Η «Ανάσταση» ήταν μέρος μιας θρησκευτικής τριλογίας -«Οι τρεις Μάγοι» και «Ο Θρήνος» ήταν τα άλλα δύο, που δημιουργήθηκαν την ίδια χρονιά- και σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη.

Κωνσταντίνος Παρθένης «Ανάσταση»


3. Ένα κόκκινο αυγό βρίσκεται στο επίκεντρο του πίνακα, που ζωγράφισε το 1874-75 ο Νικηφόρος Λύτρας στο Μόναχο, επιστρέφοντας στην πόλη στην οποία είχε σπουδάσει. «Το ωόν του Πάσχα» είναι πράγματι ο τίτλος του, ένα αυγουλάκι που ξεφλουδίζει με προσοχή και αφοσίωση το νεαρό κορίτσι του πίνακα.

Λίγα πεσμένα τσόφλια στην προέκταση της κατακόκκινης, επίσης, φούστας της δείχνουν, μάλιστα, τη δράση που βρίσκεται σε εξέλιξη. Μια απλή, τρυφερή σκηνή, που αποδεικνύει, όμως, την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του σπουδαίου ζωγράφου (1832- 1904), ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Σχολής του Μονάχου και πρωτοπόρου στη διδασκαλία των καλών τεχνών στην Ελλάδα.

Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Πανελλήνια Έκθεση του 1888 και αγοράστηκε από τον τότε Γάλλο πρέσβη στην Ελλάδα, ο οποίος και το κληροδότησε στους απογόνους του. Έκτοτε, όπως είναι φυσικό, το έργο «εξαφανίστηκε» από το προσκήνιο, ως το 2005, όμως, που οι κάτοχοί του το παρέδωσαν προς δημοπράτηση στους Σόθμπις του Λονδίνου.

Η ιστορία έχει ευτυχές τέλος, καθώς στη δημοπρασία το έργο κατακυρώθηκε στο Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου αντί 404.932 ευρώ. Σήμερα, εκτίθεται στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού στη Χώρα της Τήνου.


4. Στο εσωτερικό μιας εκκλησίας και υπό το ημίφως των κεριών, τέσσερα νεαρά κορίτσια στολίζουν με ευλάβεια τον Επιτάφιο. Τα λουλούδια, σκόρπια ακόμη στο δάπεδο, αναποδογυρισμένο το καλάθι, που τα μετέφεραν, ενώ σε μία γωνία του πίνακα δύο ιερείς συζητούν.

Το 1893, ζωγράφισε ο Θεόδωρος Ράλλης το έργο «Μεγάλη Παρασκευή –Στολισμός Επιταφίου» και μάλιστα την ίδια χρονιά τον παρουσίασε στο Σαλόνι του Παρισιού. Οι θρησκευτικές και ηθογραφικές σκηνές της ελληνικής υπαίθρου υπήρξαν αγαπημένο θέμα, άλλωστε, του Ράλλη (1852 -1909), που απέδωσε, όμως, εξίσου σπουδαία την εξωτική, για την εποχή του και για το Παρίσι, όπου κυρίως ζούσε, Ανατολή.

Το έργο του εντάσσεται, έτσι, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού οριενταλισμού -δάσκαλός του άλλωστε ήταν ο Γάλλος οριενταλιστής Jean-Leon Gerome- με σημαντική διαφορά, ότι χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερο ρεαλισμό και αυθεντικότητα.

Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, με καταγωγή από μεγάλη οικογένεια της Χίου, ο Θεόδωρος Ράλλης επισκεπτόταν συχνά την Ελλάδα, αλλά και πολλές χώρες της Ανατολής, ενώ για αρκετά χρόνια διατηρούσε ατελιέ και στο Κάιρο, όπου περνούσε τους χειμερινούς μήνες.

Τα τελευταία χρόνια, το όνομά του ήρθε και πάλι στο προσκήνιο. Μάλιστα, περισσότεροι από είκοσι πίνακές του έχουν δημοπρατηθεί τα τελευταία χρόνια από μεγάλους οίκους, τον Sotheby΄s και Bonhams του Λονδίνου, φθάνοντας σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές για έργα Ελλήνων ζωγράφων.

Όπως η «Αιχμάλωτη», που ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο ευρώ σε δημοπρασία, ενώ η «Μεγάλη Παρασκευή», που δημοπρατήθηκε το 2011, κατακυρώθηκε στον σημερινό ιδιοκτήτη της και σήμερα βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή στην Ελλάδα, έναντι 511.000 ευρώ.

Θεόδωρος Ράλλης «Μεγάλη Παρασκευή»


5. Μεγαλειώδες χαρακτηρίζεται το έργο του Νικόλαου Γύζη, «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», που ο μεγάλος ζωγράφος, κυρίαρχη μορφή της Σχολής του Μονάχου, δημιούργησε στο τέλος της ζωής του, το 1899-1900.

Γεμάτος από έντονα θρησκευτικά και μεταφυσικά αισθήματα και ερωτήματα, αποδίδει στο έργο αυτό την Δευτέρα Παρουσία, με τον Χριστό ένθρονο και ολόφωτο μέσα σε ένα χρυσοπόρφυρο φόντο, που απλώνεται σε όλον τον πίνακα.

Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ υπερίπταται στο άνω μέρος της εικόνας, την έλευση του Ιησού σαλπίζουν τέσσερις άγγελοι, ενώ μυριάδες ακόμη γονατίζουν στην εμφάνισή του. Όπως ο ίδιος, πάντως, ανέφερε σε μία επιστολή του, δεν έβλεπε τον Χριστό ως τιμωρό και εκδικητή, αλλά σαν ένα γλυκό θεό, που έρχεται να φέρει στον κόσμο φως, λύτρωση και παρηγοριά.

Γεννημένος στην Τήνο από πατέρα ξυλουργό, ο Νικόλαος Γύζης (1842 -1901) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού και επηρέασε με το ζωγραφικό του έργο την πορεία της ελληνικής τέχνης, κατέχοντας, όμως, επίσης και σημαντική θέση στη γερμανική ιστορία της τέχνης του 19ου αιώνα.

Τα έργα του, ιδεαλιστικά και αλληγορικά, σχετίζονται με τη βαθιά θρησκευτικότητά του, εκφράζοντας, ειδικά στην ωριμότητά του, τα οράματα, τις υπαρξιακές αγωνίες του, όπως και την πάλη του καλού εναντίον του κακού.

Το έργο «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται» βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη.

Νικόλαος Γύζης «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται»


6. Ένας υπέροχος κόσμος θεών, ηρώων της αρχαιότητας, αλλά και της Επανάστασης και, φυσικά, των καθημερινών ανθρώπων παρελαύνει με θαυμαστή αφέλεια και αθωότητα στους πίνακες του Θεόφιλου, αντικατοπτρίζοντας, προφανώς, και τον δικό του προσωπικό κόσμο.

Από τον Ηρακλή και τον Μεγαλέξανδρο, ως τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον Αθανάσιο Διάκο και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, όλοι τους δέχονται τον άπειρο θαυμασμό αυτού του πηγαίου καλλιτέχνη, αλλά και κατατρεγμένου στη ζωή του, ανθρώπου.

Πάνω απ΄ όλους, όμως, είναι οι φουστανελοφόροι του, όπως ήταν άλλωστε κι ο ίδιος, που κυριαρχούν στις συχνά πολυάνθρωπες συνθέσεις του.

Έτσι και σ΄αυτήν την πασχαλινή, την οποία ο ίδιος περιγράφει και γραπτώς: «Ο Δήμαρχος των Μεγάρων Γιωρ Τσαλαπάτας. Ο χορός των ευζώνων χωρικών και δεσποινίδων εις τα Μέγαρα. Έργον Θεοφίλου Γ. Χατζημιχαήλ. 1932».

Δύο μόλις χρόνια πριν τον θάνατό του στη Βαρειά της Λέσβου, όπου ζούσε στο τέλος της ζωής του, ύστερα από κάποια χρόνια στη Σμύρνη, στο Βόλο και τα χωριά του Πηλίου, πάντα σε συνθήκες απόλυτης ανέχειας. Την αναγνώριση δεν πρόλαβε να την δει, αφού μόνον μετά θάνατον αναγνωρίστηκε η αξία του.

«…Είναι ζωγράφος γεννημένος από το ελληνικό τοπίο. Μέσω του Θεόφιλου, ιδού το τοπίο και οι άνθρωποι της Ελλάδας: κοκκινόχωμα, πευκότοπος και ελαιώνας, θάλασσα και βουνά των θεών, άνθρωποι που λούονται σε μια τολμηρά επικίνδυνη ηρεμία….», έγραψε για κείνον ο μεγάλος αρχιτέκτονας, Λε Κορμπιζιέ.


7. «Το 1965, πηγαίνοντας στο Παρίσι για την πρεμιέρα των “Ορνίθων”, επισκέφθηκα τις Βερσαλλίες και ζωγράφισα ένα αυγό, απ΄ το οποίο θα γεννιόνταν, ούτως ειπείν, ένα σωρό φανταστικά τοπία. Με είχαν επηρεάσει τα σύννεφα που είδα στα ταβάνια των Βερσαλλιών…», θυμόταν αργότερα ο Γιάννης Τσαρούχης από εκείνο το Πάσχα που είχε περάσει στη γαλλική πρωτεύουσα.

Ένα αυγό πασχαλιάτικο, επομένως, είναι αυτό, όχι όμως κόκκινο σαν τα συνήθη. Παρ΄ότι, όπως είχε πει ο ίδιος σε μια συνέντευξή του, «πάντοτε βάφω αυγά, όπου και αν βρίσκομαι και γενικά ό,τι μπορώ να διατηρήσω, ό,τι έμαθα από τη μάνα μου και τον πατέρα μου το συντηρώ, γιατί και μια κουταμάρα να είναι, όταν γίνεται επί πολλούς αιώνες, παίρνει αξία και δίνει δύναμη».

Η χαρά και το θαύμα της ζωής είναι, εξάλλου, πανταχού παρόντα στο έργο του Τσαρούχη (1910 – 1989), ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες ζωγράφους, που ενσωμάτωσε στους πίνακές του παραδόσεις και στοιχεία λαϊκά και λαογραφικά, όλα όμως αφομοιωμένα και διυλισμένα μέσα από τη προσωπική του ιδιοσυγκρασία και το καλλιτεχνικό του όραμα.

Ειδικά, πάντως, για την Ανάσταση, όπως έγραψε, «μέσα µου συνδέεται πολύ περισσότερο µε την αιώνια ζωή του ανθρώπου και την παντοτινά αγέραστη νεότητα της φύσεως».

Κι όσο για το συγκεκριμένο έργο, πράγματι υπήρξε η αφετηρία για τον Τσαρούχη να φιλοτεχνήσει μια σειρά από πίνακες, τους περισσότερους μάλιστα μέσα στο τρένο που τον γύριζε την Ελλάδα.

Και η ιστορία κλείνει με μία πτυχή πιο πρακτική: Όλοι τους πουλήθηκαν αμέσως μόλις εκτέθηκαν και « Η πώληση αυτή μου έδωσε τα μέσα να χτίσω ένα πάτωμα στο σπίτι του Μαρουσίου». («Γιάννης Τσαρούχης, Ζωγραφική).


8. Η εξέδρα, στημένη ψηλά πάνω από το πλήθος, φιλοξενεί τους ιερείς, που ψάλλουν στην Ανάσταση, η ξύλινη «πύλη» τυλιγμένη με βάγια, η ελληνική σημαία παρούσα.

«Ανάσταση» είναι ο τίτλος αυτού του έργου του Σπύρου Παπαλουκά (1892 -1954), με την σημείωση, ωστόσο, ότι πρόκειται για μια Ανάσταση στην Αίγινα. Εκεί, όπου είχε καταφύγει για λίγο ο ζωγράφος μετά την τραγική εμπειρία της Μικρασιατικής εκστρατείας, στην οποία έλαβε μέρος ως επίσημος εικονογράφος του Ελληνικού στρατού και της καταστροφής που ακολούθησε.

Με μια χρωματική παλέτα που αποπνέει, πάντως, αισιοδοξία, ίσως και λόγω της ομορφιάς του τοπίου, ο Παπαλουκάς δημιουργεί σ΄αυτό το έργο μία στέρεα και αρμονική σύνθεση, βάζοντας έντονα και τη φύση στο κάδρο.

Εύκολα, όμως, παρατηρεί κανείς μια ιδιαιτερότητα: Ο ζωγράφος παρακολουθεί τη σκηνή όχι μόνον από απόσταση, αλλά και πίσω από τα τεκταινόμενα. Ένας ηθελημένα παρατηρητής της ζωής στο νησί, όπου, εκτός από τη φύση, αποτύπωσε έξοχα σε έργο του και τον «Ναό της Αφαίας».

Συνδυάζοντας την πνευματικότητα της βυζαντινής ζωγραφικής, της οποίας υπήρξε βαθύς γνώστης, με τον ιμπρεσιονισμό του Σεζάν και του Ματίς, ο Παπαλουκάς θεωρείται σήμερα πρωτοπόρος της Γενιάς του ΄30 και η επίδρασή του, τόσο στους συγχρόνους του, όσο και στους μεταγενέστερους Έλληνες ζωγράφους, ήταν μεγάλη.

Κυρίως γιατί, με το δικό του παράδειγμα, απέδειξε ότι η συνύπαρξη ελληνικότητας και σύγχρονης τέχνης είναι δυνατή.

https://www.mononews.gr/politismos/otan-i-lampri-ginete-empnefsi-gia-techni-erga-megalon-ellinon-zografon

**https://peritexnisologos.blogspot.com/2021/04/blog-post_28.html**