«Έχουμε έξαρση της σεισμικής δράσης στην περιοχή», σημειώνουν οι σεισμολόγοι για τον σεισμό της Τρίτης 12 Οκτωβρίου και εξηγούν γιατί νιώσαμε διαφορετικά με τη σεισμική δόνηση

Σε ολόκληρη την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, ακόμα και την Αθήνα, την Αίγυπτο και την Κύπρο έγινε αισθητός ο νέος σεισμός που μας ταρακούνησε για τα καλά χθες το μεσημέρι. Ένας σεισμός που γέννησε ξανά την εύλογη απορία στο μυαλό όλων: Τι συμβαίνει τόσο καιρό κάτω από τα πόδια μας; Ατυχώς η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με απόλυτους όρους. Και αυτό καθώς η Κρήτη είναι ζωσμένη από ρήγματα τόσο από θαλάσσης όσο και από ξηράς, τα οποία παρακολουθούνται άγρυπνα από την επιστημονική κοινότητα.

Όπως άλλωστε μας υπενθύμισε ο καθηγητής Γεωφυσικής-Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής ΕΚΠΑ και διευθυντής του Ινστιτούτου Φυσικής Εσωτερικού της Γης και Γεωκαταστροφών του Ερευνητικού Κέντρου του ΕΛΜΕΠΑ, Φίλιππος Βαλιανάτος, είναι πολλές οι ενεργές σεισμικές πηγές γύρω από την Κρήτη, κάθε μία από τις οποίες έχει τη δική της δυναμική. Τα 6,3 ρίχτερ που σημειώθηκαν την Τρίτη 12 Οκτωβρίου σύμφωνα με το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Αστεροσκοπείου Αθηνών, ή 6,4 R σύμφωνα με το Ευρωμεσογειακό Σεισμολογικό Ινστιτούτο και το Αμερικανικό USGS, που ήρθαν λίγες μέρες μετά τα φονικά και καταστροφικά ρίχτερ στο Αρκαλοχώρι και τους εκατοντάδες μετασεισμούς που ακολούθησαν εκεί, μπορεί να έγιναν αισθητά ως ένας σεισμός μεγάλης διάρκειας και έντασης, ωστόσο ευτυχώς δεν είχαν τις τρομακτικές συνέπειες της δόνησης που συγκλόνισε την Κρήτη στις 27 Σεπτεμβρίου με 6 ρίχτερ. Ο απρόσκλητος… μουσαφίρης ήρθε και πάλι να ταράξει την καθημερινότητά μας αυτή τη φορά από άλλο επίκεντρο, από διαφορετική περιοχή, με μεγαλύτερη ένταση, αλλά ευτυχώς μέσα στη θάλασσα και σωτήρια μακριά από κατοικημένες περιοχές.

Αν και οι περισσότεροι σεισμολόγοι συμφωνούν ότι επρόκειτο για τον κύριο σεισμό, εντούτοις κανείς δεν μπορεί να «βάλει το χέρι του στη φωτιά» για τη συνέχεια. Οι επιστήμονες συναινούν στο ότι το ρήγμα του Αρκαλοχωρίου που προκάλεσε τον ισχυρό σεισμό στα τέλη Σεπτεμβρίου δεν έχει σχέση με την κίνηση των πλακών που ευθύνονται για τη χθεσινή δόνηση, ωστόσο δεν περνάει απαρατήρητο το ότι η κεντρική και Ανατολική Κρήτη «χορεύει» εδώ και μήνες στον ρυθμό των ρίχτερ.

«Στις 2 Μαΐου 2020 καταγράφηκαν 6,6 ρίχτερ νότια της Ιεράπετρας, στις 27 Σεπτεμβρίου είχαμε τα 6 ρίχτερ στο Αρκαλοχώρι και χθες τα 6,3 (σ.σ. ή 6,4 R)», ανέφερε στη «ΝΚ»ο σεισμολόγος, διευθυντής Ερευνών Σεισμολογίας στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και υπεύθυνος του Εθνικού Κέντρου Προειδοποίησης για Τσουνάμι, δρ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος. «Έχουμε έξαρση της σεισμικής δράσης στην περιοχή», σημειώνει ο γνωστός σεισμολόγος, προσθέτοντας ότι αυτή μελετάται από τους επιστήμονες, για τους οποίους δεν είναι εύκολο να δώσουν τόσο εύκολα περισσότερες απαντήσεις πριν ολοκληρώσουν την ενδελεχή έρευνα που πραγματοποιούν. «Σαφώς και μιλάμε για άλλα ρήγματα», σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, με το χθεσινό στη «συνήθη ύποπτη» περιοχή κάτω από την Αφρικανική πλάκα, που σπρώχνει την Ευρωπαϊκή στην ευρύτερη περιοχή, και σαφώς οι τρεις προαναφερόμενοι σεισμοί έχουν διαφορετικές εστίες, είναι όμως ισχυρές δονήσεις που υποδηλώνουν ότι χρονικά και χωρικά η έξαρση είναι δεδομένη. Για «μια διέγερση στον ευρύτερο χώρο» κάνει λόγο και ο καθηγητής Σεισμολογίας του ΑΠΘ Βασίλης Καρακώστας μιλώντας στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι ο χθεσινός σεισμός καταγράφηκε «σε απόσταση περίπου 100 χιλιομέτρων ανατολικότερα από τους σεισμούς στο Αρκαλοχώρι, εκεί όπου συνεχίζεται έως και σήμερα η μετασεισμική ακολουθία. Δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ των δύο, είναι διαφορετικό ρήγμα, αρκετά μακριά, και δεν μπορούμε να συσχετίσουμε αυτούς τους δύο σεισμούς».

Τα καλά νέα είναι ότι ο σεισμός δεν προκάλεσε καταστροφές, και αυτό γιατί ήταν υποθαλάσσιος και μακριά από πυκνοκατοικημένες περιοχές, σε αντίθεση με τα ρίχτερ στο Αρκαλοχώρι. Και επίσης η εκτίμηση που φαίνεται ως πιθανότερη είναι ότι ήταν ο κύριος σεισμός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι πιθανό να σημειωθούν μετασεισμοί που μπορεί ακόμα και να προσεγγίσουν αυτό το μέγεθος. Σε αυτό συμφωνούν οι περισσότεροι ειδικοί, όπως ο καθηγητής και πρόεδρος του ΟΑΣΠ Ευθύμιος Λέκκας, ο οποίος ωστόσο επισήμανε ότι θα πρέπει να περιμένουμε δύο ακόμη 24ωρα για να δούμε τη μετασεισμική ακολουθία - αρχή που συνοδεύει πάντα ισχυρές δονήσεις. Πάντως, ως αργά χθες είχαν καταγραφεί ελάχιστες μικρότερες δονήσεις από την περιοχή, που δεν ξεπερνούσαν σε μέγεθος τα 4,1 ρίχτερ, με την πλειονότητα να κυμαίνεται γύρω στα 3 ρίχτερ. Στην ίδια εκτίμηση προέβη και ο διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Γεράσιμος Χουλιάρας, ο οποίος θεωρεί πολύ πιθανό έναν παρόμοιο σεισμό του ίδιου μεγέθους ή λίγο μικρότερο.

Γιατί τον νιώσαμε έτσι

Η δόνηση σημειώθηκε σχεδόν πάνω στα όρια μεταξύ των δύο πλακών, σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση του γεωλόγου του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης δρ. Χαράλαμπου Φασουλά, ο οποίος μας δίνει και την εξήγηση της διαφορετικής αισθητότητας, σε αυξομείωση αλλά και διάρκεια, ειδικά στους ψηλότερους ορόφους των κτηρίων, που είχαν οι πολίτες του Ηρακλείου αλλά και άλλων πόλεων της Κρήτης για αυτό τον σεισμό, σε σχέση με εκείνον του Αρκαλοχωρίου, αλλά και τον ισχυρό μετασεισμό των 5,3 ρίχτερ που ακολούθησε μία μέρα μετά την κύρια δόνηση. Αιτία ήταν η μεγάλη απόσταση από το επίκεντρο, που είχε ως αποτέλεσμα τα σεισμικά κύματα να ταξιδεύουν «αραιά», σε αντίθεση με την πυκνότητά τους όταν το επίκεντρο βρίσκεται κοντά, μαζί βεβαίως με το ευτύχημα της θάλασσας και του βάθους. Ο τρόπος με τον οποίο ταξιδεύουν τα κύματα σε σχέση με την απόσταση από το σημείο διάρρηξης, δηλαδή το επίκεντρο, είναι η αιτία για το ότι ο χθεσινός σεισμός έγινε αντιληπτός ως μια δόνηση μεγάλης διάρκειας με διακυμάνσεις στο Ηράκλειο, σύμφωνα και με τον καθηγητή Γεωφυσικής-Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής ΕΚΠΑ και διευθυντή του Ινστιτούτου Φυσικής Εσωτερικού της Γης και Γεωκαταστροφών του Ερευνητικού Κέντρου του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου Φίλιππο Βαλιανάτο, ο οποίος επισήμανε ότι είμαστε πολύ τυχεροί που η δόνηση σημειώθηκε σε μεγάλη απόσταση από πυκνοκατοικημένες περιοχές και σε θαλάσσιο περιβάλλον.

Ως την Αίγυπτο

Ο σεισμός έγινε αισθητός σε μεγάλη ακτίνα κυρίως στη Ρόδο, όπου μάλιστα οι μαθητές από πολλά σχολεία για προληπτικούς λόγους βγήκαν στο προαύλιο, καθώς επίσης στην Κύπρο αλλά και στην Αίγυπτο. Αξιοσημείωτη είναι η χρονική συγκυρία, καθώς ο χθεσινός σεισμός σημειώθηκε, όπως αναφέρει ο αιγυπτιακός Τύπος, ακριβώς 29 χρόνια μετά τα 5,6 ρίχτερ που προκάλεσαν τον θάνατο 541 ανθρώπων και τραυμάτισαν άλλα 6.522 άτομα, μένοντας στην ιστορία ως ένας από τους μεγαλύτερους σεισμούς στη «χώρα του Νείλου». Ο σεισμός έγινε αισθητός και στη μεσογειακή πόλη Μάρσα Ματρούχ αλλά και στο Κάιρο και την Γκίζα, χωρίς ωστόσο να αναφερθούν ζημιές.

Στη Σητεία ο Πλακιωτάκης

Στο μεταξύ, στη Σητεία βρίσκεται από την Τρίτη 12 Οκτωβρίου ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Γιάννης Πλακιωτάκης, για να επισκεφτεί τις περιοχές που επλήγησαν από τον σεισμό. Σήμερα το πρωί ο κ. Πλακιωτάκης θα συναντηθεί με τον δήμαρχο Σητείας Γιώργο Ζερβάκη στο Δημαρχείο της πόλης, όπου και θα εκκινήσουν την περιοδεία τους στις πληγείσες περιοχές. Στη συνέχεια θα πραγματοποιηθεί σύσκεψη στο Δημαρχείο της Σητείας με εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και άλλων τοπικών φορέων, με στόχο τη συμβολή του υπουργού στην άμεση λύση των προβλημάτων που προκάλεσε ο σεισμός.

Πηγή : Nέα Κρήτη