Το φαινόμενο της απόκτησης και επαναχρησιμοποίησης ελληνικών μαρμάρων και έργων τέχνης, χαρακτήρισε επί αιώνες τη σχέση της Βενετίας με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο

Με πρωτοβουλία του Συλλόγου Ανάδειξης Αρχαιοτήτων Ιστορίας και Πολιτισμού Ιεράπετρας, οργανώνεται την ερχόμενη Πέμπτη στις 7.30 μ.μ.στην αίθουσα Μελίνα Μερκούρη εκδήλωση ανάδειξης της ιστορικής γνώσης με δυο σπουδαίες εισηγήτριες από το Αρχαιολογικό Μουσείο της Βενετίας, την Δρ, Μαρτσέλλα Ντι Πάολι και την Δρ Ντέζη Μαραγκόν, τις οποίες θα συνοδεύει η Δρ. Χρύσα Δαμιανάκη, καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου του Σαλέντο (Ιταλίας) και θα κάνει την μετάφραση από τα Ιταλικά στα Ελληνικά.

«Ο Σύλλογος μας, συνεχίζει την προσπάθεια του για την ανάδειξη των αρχαιοτήτων, της Ιστορίας και του Πολιτισμού της Ιεράπυτνας, έχοντας ήδη προχωρήσει στην έκδοση 5 σχετικών βιβλίων. Δουλεύουμε καθημερινά για να πετύχουμε δυο στόχους. Ο πρώτος είναι να αναδείξουμε την ανάγκη κατασκευής ενός νέου σύγχρονου Μουσείου όπου θα εκτεθούν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία τα αμέτρητα αρχαιολογικά ευρήματα που βρίσκονται στο εξωτερικό και σε διάφορα γειτονικά Μουσεία όπως του Ηρακλείου και του Αγίου Νικολάου και για να διεκδικήσουμε τρόπους έναρξης των ανασκαφών, σε συνεργασία με ξένα Πανεπιστήμια, σε νέες αρχαιολογικές θέσεις που κρύβουν πολλές και σημαντικές αρχαιότητες τις οποίες έχουν επισημάνει πολλοί σπουδαίοι Έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι στο πρόσφατο παρελθόν», μας είπε ο πρόεδρος του Συλλόγου «Ιεράπυτνα» Γιάννης Ροβιθάκης.

Το φαινόμενο της επαναχρησιμοποίησης ελληνικών αρχαιοτήτων στη Βενετία

Η Δρ. Μαρτσέλλα Ντε Πάολι, Αρχαιολόγος της Ελληνορωμαϊκής περιόδου και Μουσειολόγος, κύρια επιστημονική υπεύθυνη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Βενετίας, θα μιλήσει στους αρχαιόφιλους της Ιεράπετρας για «Το φαινόμενο της επαναχρησιμοποίησης ελληνικών αρχαιοτήτων στη Βενετία».

Το φαινόμενο της απόκτησης και επαναχρησιμοποίησης ελληνικών μαρμάρων και έργων τέχνης, χαρακτήρισε επί αιώνες τη σχέση της Βενετίας με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Γεννημένη από το νερό και ζωσμένη περιμετρικά με τη θάλασσα, η Βενετία δεν κτίστηκε πάνω σε προηγούμενο οικισμό, όπως άλλες ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα. Τούτη η έλλειψη γερών θεμελίων σε στέρεη γη, λές και την έκανε να είναι πάντα «πεινασμένη για πέτρα». Από τις αρχές του Μεσαίωνα, οι Βενετοί επιδόθηκαν στο να μεταφέρουν στη πόλη τους ενεπίγραφες και λαξευμένες πέτρες από ρωμαϊκά ερείπια κοντινών ή παράκτιων κέντρων και από τις πόλεις της Αδριατικής, που βρίσκονταν κατά μήκος των εμπορικών οδών προς την Ανατολή. Τα μαρμάρινα αυτά μνημεία χρησιμοποιούσαν για τον καλλωπισμό προσόψεων εκκλησιών, δημοσίων κτιρίων, κυρίως βέβαια του Δουκικού παλατιού, αλλά και των αρχοντικών μεγάρων, καθώς και απλών οικιών. Τα συναντάμε ακόμα και σήμερα, κάποτε κρυμμένα στα θεμέλια, και άλλοτε εμφανή, επιδεικνύοντας έτσι τον αστικό πλούτο της πάλαι ποτέ θριαμβεύουσας θαλασσοκράτηρας.

Είναι γνωστό εξάλλου ότι ανέκαθεν η Βενετία είχε στραφεί προς την Ανατολή, αναζητώντας πολύτιμα μάρμαρα για την Μητρόπολή της - την βασιλική του Αγίου Μάρκου - αλλά και για το Παλάτι των Δόγηδων, και όχι μόνο. Οι γεωγραφικές περιοχές εισαγωγής ήταν η Κωνσταντινούπολη, τα νησιά του Αιγαίου, η Κρήτη, αλλά και η ηπειρωτική Ελλάδα. Στόχος της ήταν η αναζήτηση μαρμάρων ελληνικής και ανατολικής προέλευσης, όπως το λευκό των νησιών του Μαρμαρά, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, η το χρωματιστό της Καρύστου. Τα μάρμαρα αυτά χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή κιόνων και άλλων αρχιτεκτονικών μνημείων. Συχνότερα όμως παρελάμβανε σμιλευμένα αρχιτεκτονικά μνημεία αρχαίων ελληνικών ναών και κτισμάτων για να τα επαναχρησιμοποιήσουν, μετατρέποντάς τα σε πλακίδια, σε πλάκες δαπέδου, ή σε άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία.

Η χρήση λοιπόν του μαρμάρου από τις ανατολικές κτήσεις της Βενετίας είναι ένας ακόμα παράγοντας που επισφραγίζει τον πολυχρόνιο πολιτιστικό δεσμό Ελλάδας-Βενετίας, ακόμα σήμερα ορατό και αξιόλογο, μάλιστα αντικείμενο μελέτης αρχαιολόγων και ιστορικών τέχνης. Μπορούμε και σήμερα να θαυμάσουμε τις μαρμάρινες στήλες, τα ανάγλυφα, τα κιονόκρανα, και τα άλλα μαρμάρινα μνημεία με τα οποία η Βενετία κόσμησε δρόμους και κτήρια, ή τα ενσωμάτωσε σε κτήρια εξωραίζοντας τον αστικό ιστό της, και εκμοντερνίζοντας την αισθητική της, σύμφωνα με το Αναγεννησιακό ιδεώδες για τον καλλωπισμό πόλεων. Με κάποια από αυτά εμπλουτίστηκε αργότερα το περίφημο Αρχαιολογικό Μουσείο.

Η Μαρτσέλα Ντι Πάολι θα παρουσιάσει στην σύγχρονη Ιεράπετρα τα σημαντικότερα από τα μνημεία αυτά, λαμπρά λείψανα της τέχνης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, που ακόμα και σήμερα κοσμούν την Βενετία.
Η Δρ. Nτέζη Μαραγκόν είναι ιστορικός της Μεσαιωνικής Τέχνης, επιγραφολόγος και επιστημονική υπεύθυνη της Biennale Βενετίας.

Η εισήγηση της θα αφορά στη Βενετία των Ελλήνων. Θα είναι ένα ταξίδι για να ανακαλύψoυμε την κληρονομιά της Κρήτης που κρύβεται στις πέτρες της Βενετίας και στον πολιτισμό των κατοίκων της.

«Η Κρήτη ήταν μια από τις σημαντικότερες αποικίες στην ιστορία της Βενετίας, γι’ αυτό και συχνά μιλάμε για την επιρροή που άσκησε η Γαληνοτάτη στο νησί. Σε αυτή την διάλεξη, θα αντιστρέψουμε την οπτική γωνία, και θα μιλήσουμε για την επιρροή που άσκησε ο ελληνικός πολιτισμός και η ελληνική γλώσσα στη Βενετία. Θα ανακαλύψουμε τις κρητικές εικόνες που τιμώνται ακόμα στην εκκλησία της Madonna della Salute (που ανεγέρθηκε ως αναθηματική προσφορά για την απαλλαγή της πόλης από την πανώλη του 1630), τις παραστάσεις της Candia σκαλισμένες στην πέτρινη πρόσοψη της εκκλησίας της Santa Maria del Giglio, ή το βενετικό φρούριο Spinalonga, που απεικονίζεται στο ταφικό μνημείο του ναυάρχου Tommaso Alvise Mocenigo, πρωταγωνιστή της αντίστασης κατά της Οθωμανικής πολιορκίας του Ηρακλείου που κράτησε είκοσι-δύο χρόνια.
Τρεις αιώνες αργότερα, τη Σπιναλόγκα επισκέφθηκε ο Ιταλός ιστορικός και γνώστης της συντήρησης ιστορικών κτηρίων, ο Giuseppe Gerola (Arsiero 1877- Trento 1938) το μνημειώδες έργο του οποίου, - της καταγραφής των Βενετικών και των Βυζαντινών αρχαιοτήτων της Κρήτης στις αρχές του 20ου αιώνα - του επεφύλαξε σημαντική θέση στην ιστορία και στον πολιτισμό της Μεγαλονήσου. Ωστόσο, δεν θα σας αφηγηθώ μόνο μια ιστορία που αποτελείται από κτίσματα και πέτρες, αλλά και από λέξεις, ιστορίες, παραδόσεις και θρύλους. Ένας θησαυρός υλικός και άυλος που πάντοτε ένωνε την Κρήτη και τη Βενετία», αναφέρει στο σημείωμα της η κ Ντέζη Μαραγκόν.

Οι Ιεραπετρίτες αρχαιόφιλοι πάντως δεν έχουν πάψει ποτέ να ζητούν από την Ελληνική Πολιτεία , και την τοπική Αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού να συνεργαστούν με την Αρχαιολογία και το Υπουργείο Πολιτισμού για να δρομολογηθεί η κατασκευή ενός σύγχρονου Αρχαιολογικού Μουσείου στην Ιεράπετρα, και παράλληλα να ζητήσουν τον επαναπατρισμό των αρχαιοτήτων που ξενιτεύτηκαν είτε στο εξωτερικό είτε στα γειτονικά Μουσεία της Κρήτης.