Έχει γίνει ξεκάθαρο ότι στο Ιντλίμπ δοκιμάζονται τα όρια της επεκτατικής στρατηγικής του Ταγίπ Ερντογάν. Με την πρώτη εισβολή στον άξονα Τζαραμπλούς-Αλ Μπαμπ, με τη δεύτερη εισβολή στο κουρδικό Αφρίν και με την τρίτη στην επίσης κουρδική βορειοανατολική Συρία, η Τουρκία δημιούργησε με την ανοχή και των ΗΠΑ και της Ρωσίας μία ζώνη κατοχής στον συριακό βορρά.

Μέσω των ισλαμιστικών συμμάχων της, εκ των οποίων οι περισσότεροι είναι τζιχαντιστές, επιδιώκει να επεκτείνει την κατοχή και νότια του Αφρίν, στη περιοχή του Ιντλίμπ, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για τη Συρία.

Ο τουρκικός σχεδιασμός, ωστόσο, προσέκρουσε στην -με τη βοήθεια της ρωσικής αεροπορίας– προέλαση του συριακού στρατού, ο οποίος επιδιώκει να θέσει υπό τον έλεγχό του το Ιντλίμπ και να εκδιώξει τους τζιχαντιστές που σήμερα το ελέγχουν.

Βλαντιμίρ Πούτιν και Ταγίπ Ερντογάν είχαν καταλήξει σε μία συμφωνία για την εγκατάσταση τουρκικών παρατηρητηρίων στην περιοχή, αλλά η δυναμική των συγκρούσεων την έχει ακυρώσει.

Τα αντικρουόμενα συμφέροντα Μόσχας και Άγκυρας

Τα στρατηγικά συμφέροντα Ρωσίας και Τουρκίας στη Συρία, εξάλλου, είναι αντικρουόμενα. Η Ρωσία έχει ως στόχο την ακεραιότητα της Συρίας και μάλιστα υπό το καθεστώς Άσαντ, ενώ η Τουρκία επιδιώκει να εδραιώσει και μονιμοποιήσει την κατοχή της στη βόρεια Συρία, εγκαθιστώντας εκεί σουνίτες πρόσφυγες και μετανάστες.

Σε μία προσπάθεια να εμποδίσει την ανακατάληψη της Ιντλίμπ από τον συριακό στρατό, ο Ταγίπ Ερντογάν έστειλε ισχυρές τουρκικές δυνάμεις εκεί για να ενισχύσουν ατύπως τους τζιχαντιστές συμμάχους του. Έτσι φτάσαμε οι τουρκικές δυνάμεις να μετράνε δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Στην πραγματικότητα, η Μόσχα έστειλε το έμπρακτο μήνυμα στην Άγκυρα ότι δεν θα ανεχτεί το τουρκικό παιχνίδι.

Ο Ταγίπ Ερντογάν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Βλαντιμίρ Πούτιν σε μία προσπάθεια να μην τιναχτούν οι γέφυρες στον αέρα, κάτι που δεν το θέλει ούτε το Κρεμλίνο. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ ξεκαθάρισε ότι είναι νόμιμο δικαίωμα του συριακού στρατού να ανακαταλάβει το Ιντλίμπ.

ΝΑΤΟ και ΗΠΑ υποστήριξαν ρητορικά την Τουρκία, παρότι είναι ο εισβολέας σε μία γειτονική ανεξάρτητη χώρα, όπως είναι η Συρία. Προφανώς το έκαναν για να διευρύνουν το ρήγμα στις ρωσοτουρκικές σχέσεις, αλλά αυτό δεν μειώνει τον υποκριτικό χαρακτήρα αυτής της ρητορικής. Το κρίσιμο είναι πως η Δύση ξεκαθάρισε πως δεν πρόκειται να εμπλακεί στρατιωτικά στη Συρία για να βοηθήσει έμπρακτα τις εκεί τουρκικές δυνάμεις.

Ο Ερντογάν εκβιάζει την ΕΕ με τους πρόσφυγες

Σε μία προσπάθεια να εκβιάσει την ΕΕ, το καθεστώς Ερντογάν ανακοίνωσε ότι δεν θα εμποδίζει τη ροή των προσφύγων-μεταναστών προς την Ευρώπη μέσω Ελλάδας. Συνδέει, μάλιστα, την ανακατάληψη του Ιντλίμπ από τον συριακό στρατό με ένα νέο κύμα προσφύγων, το οποίος –όπως εμμέσως πλην σαφώς ανακοίνωσε– θα το στρέψει προς την Ευρώπη. Μέχρι στιγμής, πάντως, αυτοί που συρρέουν στον Έβρο και στα μικρασιατικά παράλια προέρχονται από τα κέντρα φιλοξενίας που υπάρχουν στην Τουρκία και μεταφέρθηκαν προς τα δυτικά όχι μόνο με την ανοχή, αλλά και την υποστήριξη του τουρκικού κράτους.

Εάν η Ιντλίμπ πέσει, όπως όλα δείχνουν, το καθεστώς Άσαντ θα έχει ενισχυθεί αποφασιστικά και είναι επόμενο να ζητήσει την αποχώρηση του τουρκικού στρατού και από τις περιοχές που έχει καταλάβει στη βόρεια Συρία. Για να το πούμε αλλιώς, όλα όσα έχτισε ο Ερντογάν θα τεθούν σε κίνδυνο.

Από στρατιωτικής άποψης, το κρίσιμο ζήτημα είναι το ποιος ελέγχει τον εναέριο χώρο της Συρίας. Αυτός τώρα ελέγχεται από τους Ρώσους και τον Άσαντ και είναι κλειστός για τα τουρκικά μαχητικά. Το γεγονός αυτό καθιστά τις τουρκικές δυνάμεις στη Συρία ευάλωτες στις επιθέσεις του συριακού στρατού.

Σε δοκιμασία οι ρωσοτουρκικές σχέσεις

Οι καθημερινές μάχες στο Ιντλίμπ, όπως προαναφέραμε, έχουν θέσει σε μεγάλη δοκιμασία τις ρωσοτουρκικές σχέσεις. Ούτε τα τηλεφωνήματα Πούτιν-Ερντογάν έχουν αποδώσει, ούτε η τουρκική αντιπροσωπεία που είχε προ καιρού μεταβεί στη Μόσχα για να συζητήσει την κατάσταση στην Ιντλίμπ. Υπενθυμίζουμε ότι στις 4 Φεβρουαρίου ο Σεργκέι Λαβρόφ είχε κατηγορήσει την Άγκυρα για μη τήρηση βασικών δεσμεύσεων που είχε αναλάβει.

Η τουρκική πλευρά είχε απορρίψει τις ρωσικές κατηγορίες και έτσι φτάσαμε στις επιθέσεις του συριακού στρατού που έχουν κοστίσει πολύ σε τουρκικό αίμα. Είχε προηγηθεί, εξάλλου και η κατάρριψη δύο συριακών ελικοπτέρων από τους δυτικής προέλευσης πυραύλους που χρησιμοποίησαν οι τζιχαντιστές και τους οποίους έχουν προμηθευτεί από την Τουρκία. Με αντιαεροπορικούς πυραύλους Stinger, μάλιστα, οι τζιχαντιστές έχουν επιχειρήσει να καταρρίψουν και ρωσικά μαχητικά. Μέχρι στιγμής, πάντως, ο Βλαντιμίρ Πούτιν αποφεύγει μία κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Τούρκο ομόλογό του.