Όταν στις 13 Ιουνίου 1944 η ναζιστική Γερμανία εξαπέλυσε την πρώτη ιπτάμενη βόμβα V1 εναντίον βρετανικού εδάφους έθεσε τα θεμέλια για την αλλαγή του τρόπου διεξαγωγής του πολέμου. Η V1 ήταν ένα αργοκίνητο και μάλλον ανακριβές όπλο, το οποίο προωθείτο από αυλοαεριωθητή. Περίπου το ένα τέταρτο από αυτές τις ιπτάμενες βόμβες δεν κατάφερε καν να φτάσει τις βρετανικές αρχές, ενώ πολλές καταρρίφθηκαν.

Έκτοτε πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι. Οι Γερμανοί βλέποντας την χαμηλή απόδοση της V1 σχεδίασαν τον πύραυλο V2, τον πρώτο βαλλιστικό πύραυλο παγκοσμίως. Λόγω της ανόδου του πυραύλου στο διάστημα πριν αρχίσει την κάθοδο προς τον στόχο με υπερηχητικές ταχύτητες, ο V2 δεν μπορούσε να καταρριφθεί, ούτε είχε ηχητικό στίγμα, ώστε να καλυφθούν όσοι βρίσκονταν στην περιοχή του στόχου.

Σήμερα, η τεχνολογία έχει δώσει την δυνατότητα κατασκευής πολύ πιο προηγμένων πυραύλων (ιπταμένων βομβών) με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια πλήγματος. Έτσι δίνεται η δυνατότητα μακρινού πλήγματος χωρίς την αναγκαία χρήση πλωτής ή εναέριας πλατφόρμας-φορέα, όπως το αεροσκάφος. Αυτό και μόνο καθιστά αυτά τα όπλα ιδανικά ως όπλα αποτροπής ιδίως αν προβλέπεται μαζική χρήση τους.

Από τα παραπάνω μπορούμε εύκολα να συνάγουμε ότι τα όπλα αυτού του είδους μπορεί να είναι ένα πολύ ισχυρό αποτρεπτικό χαρτί στη φαρέτρα της ελληνικής άμυνας. Η τοποθέτηση τέτοιων συστημάτων σε νησιά του Αιγαίου μπορεί να μειώσει την ανάγκη για μεγαλύτερα βεληνεκή. Για παράδειγμα, η Λήμνος απέχει 230 χλμ από την αεροπορική βάση Μπαλίκεσιρ της τουρκικής αεροπορίας.

Αβύθιστα πυραυλοφόρα

Η τεχνολογία είναι πλέον εφικτή για την μαζική παραγωγή τέτοιων όπλων από χώρες, ακόμη και από μη-κρατικές οντότητες. Το δε κόστος έχει πλέον περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό. Το μεγαλύτερο κόστος αποτελείται από την κατασκευή και τοποθέτηση συστημάτων πλοήγησης προς τον τελικό στόχο. Αλλά για τα περί κατασκευής και κόστους τέτοιων πυραύλων θα μιλήσουμε σε επόμενο άρθρο.

Η παραγωγή και τοποθέτηση πυραύλων, ή πυραύλων κρουζ σε νησιά του Αιγαίου προσφέρει την δυνατότητα –σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης– άμεσης συντριπτικής ανταπόδοσης εναντίον στρατηγικών στόχων στο εσωτερικό της Τουρκίας, χωρίς την δυνατότητα ισοδύναμης ανταπόδοσης. Ο λόγος είναι απλός: οι στρατηγικοί στόχοι στην τουρκική επικράτεια βρίσκονται στο δυτικό τμήμα της. Αντίθετα, οι στρατηγικοί στόχοι στην ελληνική επικράτεια, τους οποίους θα ήθελαν να πλήξουν οι Τούρκοι, βρίσκονται στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Οι τουρκικές πολεμικές βιομηχανίες βρίσκονται στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης (π.χ. τα εργοστάσια της Bayrak), ενώ άλλες βρίσκονται στη Σακάρια (Otokar) στα περίχωρα της Άγκυρας (Roketsan). Οι μεγαλύτερες αεροπορικές βάσεις στη δυτική Τουρκία είναι στο Μπαλικεσίρ και στο Εσκισεχίρ. Οι κυριότερες ναυτικές βάσεις της Τουρκίας βρίσκονται στη Θάλασσα του Μαρμαρά και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Όλες σχεδόν οι στρατηγικής σημασίας τουρκικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις βρίσκονται σε αποστάσεις έως 600 χλμ από τα νησιά του Αιγαίου, οι περισσότερες σε πολύ μικρότερες αποστάσεις.

Τι μπορεί να γίνει

Τα πυραυλικά συστήματα που μπορούν να αναπτυχθούν μπορεί να ποικίλουν σε βεληνεκή για αντιμετώπιση διαφόρων απειλών. Επίσης, μπορεί να έχουν κινούμενες ή και σταθερές βάσεις. Η χρήση σταθερών θέσεων βολής μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται περίεργη και ενάντια στην αρχή της κίνησης, αλλά είναι άκρως αποτελεσματική υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Τα περισσότερα υπό κατασκευή παγκοσμίως πυραυλικά συστήματα είναι εποχούμενα, ώστε α μπορούν να μετακινηθούν από και προς τα σημεία εκτόξευσης. Πολλά συστήματα έχουν ελαφρώς θωρακισμένα τμήματα, όπως την καμπίνα, για να παρέχουν προστασία από πιθανά πυρά αντι-πυροβολικού. Τα εποχούμενα συστήματα, εφόσον σχεδιάζονται εξ αρχής, ή τροποποιούνται προς τούτο, μπορεί και να τοποθετηθούν σε κοντέινερ τα οποία σύρουν ελκυστήρες και τράκτορες, ακόμη και πολιτικά οχήματα.

Τα κοντέινερ μπορεί να φέρουν πολιτική βαφή, επιγραφές και εμπορικές επωνυμίες, γεγονός που τα καθιστά δυσδιάκριτα στην εχθρική αναγνώριση. Αυτό βέβαια δεν μειώνει την ανάγκη των υπολοίπων οχημάτων μιας πυροβολαρχίας να μπορούν να συνδέονται με τους εκτοξευτές για την διεύρυνση των πυρών, την διοίκηση και τις επικοινωνίες. Η εκτόξευση από σταθερές θέσεις είναι ακόμη και σήμερα πάγια τακτική για τους διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους (ICBM). Οι πύραυλοι βρίσκονται σε υπόγεια βαριά θωρακισμένα σιλό με τεράστια καπάκια ώστε να αντέχουν σε οτιδήποτε εκτός από ένα άμεσο πυρηνικό πλήγμα.

Στην ελληνική περίπτωση δεν είναι ανάγκη να είναι τόσο ακριβά και περίπλοκα. Τα νησιά του Αιγαίου έχουν άφθονες έρημες εκτάσεις, αλλά και εγκαταλελειμμένα χωριά. Σ’ αυτά τα μέρη μπορούν να χτιστούν υπόγεια σιλό μικρών διαστάσεων, ή και να τοποθετηθούν σε εγκαταλελειμμένα και κατάλληλα τροποποιημένα κτίσματα. Αν μπορούσε η Ελλάδα να χτίσει με άκρα μυστικότητα τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά μεταξύ 1936-1940, μπορεί να κάνει πιο εύκολα κι αυτό. Χωρίς βέβαια να βλέπουμε εργάτες να βγάζουν “σέλφι” μπροστά στα έργα και να τα κοινοποιούν στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης!

Τι πυραυλικά συστήματα χρειάζονται

Όπως αρχικά είπαμε μια μίξη διαφόρων ειδών πυραύλων με πολλαπλά βεληνεκή θα ήταν η βέλτιστη λύση. Δηλαδή πύραυλοι με βεληνεκές 40-50 χλμ μπορούν να παρέχουν αμυντική κάλυψη των νησιών, ενώ πυροβολαρχίες πυραύλων μεγαλυτέρου βεληνεκούς θα αποτελούν την δύναμη αποτροπής-κρούσης κατά τουρκικών στρατηγικών στόχων, αν και κάποιοι τουρκικοί στόχοι στρατηγικής σημασίας βρίσκονται εντός της εμβέλειας των πυραύλων με μικρότερα βεληνεκή. Ταυτόχρονα, βέβαια, άλλα πυραυλικά συστήματα θα προσφέρουν αντιαεροπορική κάλυψη.

Για να πληγούν στόχοι στο βάθος της τουρκικής ενδοχώρας απαιτούνται πυραυλικά συστήματα με βεληνεκή 600 χλμ και πάνω. Τέτοια συστήματα μπορούν να πλήξουν από τα νησιά του Αιγαίου στόχους μέχρι και την Άγκυρα. Αναγκαστικά τα συστήματα αυτά είναι αρκετά πιο ογκώδη και φθάνουν σε μήκος αρκετά μέτρα. Αν, όμως, χρησιμοποιηθούν νέες τεχνολογίες (υπερηχητικοί αυλοωθητές-scramjet, υπεραντοτικές επιφάνειες) οι διαστάσεις περιορίζονται σημαντικά, τουλάχιστον σε μήκος.

Οι αριθμοί που χρειάζονται εξαρτώνται από τους στόχους που επιδιώκουν δυνητικά να πλήξουν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, καθώς και από την πιθανότητα κυκλικού σφάλματος (CEP), δηλαδή από την ενδεχόμενη απόκλιση του σημείου πρόσκρουσης του πυραύλου από τον στόχο. Το μέγεθος της απόκλισης αυξάνεται ή μειώνεται ανάλογα με τον τύπο κατεύθυνσης που διαθέτει το πυραυλικό σύστημα, πράγμα το οποίο εξαρτάται και από το κόστος.

Δεν είναι απαγορευτικό το κόστος

Ένα πλέγμα τέτοιων συστοιχιών μπορεί να εκτοξεύσει ένα καταστροφικό μπαράζ τουλάχιστον χιλίων βλημάτων, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό ποσοστό από τους στόχους να καταστραφούν ολοσχερώς ή να υποστούν εκτεταμένες ζημιές που θα τους καταστήσουν μη-λειτουργικoύς για σημαντικό χρονικό διάστημα. Μπορεί να ακούγεται ότι τέτοια πυραυλικά συστήματα σε ικανό αριθμό κοστίζουν ακριβά, αλλά ίσως δεν είναι όσο νομίζουμε.

Όσο μεγαλύτερη η παραγωγή τόσο μικρότερο το κόστος ανά μονάδα. Επίσης, νέες τεχνολογικές εξελίξεις έχουν μειώσει τα κόστη κατασκευής πυραύλων ή συστημάτων κρουζ, με το ακριβότερο κομμάτι να είναι το ηλεκτρονικό σύστημα που θα κατευθύνει τον πύραυλο στον στόχο. Αλλά για αυτά θα μιλήσουμε σε επόμενο άρθρο με στοιχεία από παραγωγούς τέτοιων συστημάτων.

Η μετατροπή των ελληνικών νησιών του Αιγαίου σε αβύθιστα πυραυλοφόρα, όπως παλαιότερα μιλούσαμε για αβύθιστα αεροπλανοφόρα, θα άλλαζε ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Για την ακρίβεια, θα καθιστούσε απαγορευτική μία σύρραξη, επειδή το κόστος και για τις δύο χώρες θα ήταν εξαιρετικά υψηλό, πολλαπλάσιο από το όποιο επιδιωκόμενο κέρδος.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα λειτουργούσε πλήρως κι αποτελεσματικά η αποτροπή. Αποτροπή όχι μόνο για έναν γενικευμένο πόλεμο, αλλά και για την πρόκληση ηθελημένου θερμού επεισοδίου, αφού σε συνθήκες ισορροπίας δυνάμεων αυτό θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε πολεμική σύγκρουση. Με άλλα λόγια, η πυραυλική τεχνολογία επιτρέπει πλέον τα ελληνικά νησιά, από αδύναμοι κρίκοι της ελληνικής άμυνας που ήταν παραδοσιακά να μετατραπούν σε στρατηγικό πλεονέκτημα.