Με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σύρου και Τήνου κ. Δωροθέου Β’, τελέσθηκε ο Όρθρος και η Θεία Λειτουργία στον Πανίερο Ναό της Ευαγγελιστρίας Τήνου, επί τη Ιερά μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος του Ιαματικού, απότμημα του Ιερού Λειψάνου του οποίου τεθησαύρισται στον Πανίερο Ναό, ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερωνύμου, προ του τέλους της οποίας τελέσθηκε ετήσιο Ιερό Μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του Μακαριστού Μητροπολίτου Φθιώτιδος κυρού Νικολάου.

Στην ομιλία του ο Σεβασμιώτατος κ. Ιερώνυμος αναφέρθηκε στην προσωπικότητα του Γέροντός του Μακαριστού Μητροπολίτου Φθιώτιδος και ουσιαστικά ανέπτυξε τη βιογραφία του από τη στιγμή που γεννήθηκε το 1948 στα Πλατειά της Τήνου μέχρι τη στιγμή που εκοιμήθη το 2019 στη Λαμία.

Αναφέρθηκε στα παιδικά του χρόνια, στην ορφάνια του από πατέρα, στο γεγονός ότι υπήρξε ιεροσπουδαστής στη Ριζάρειο κάτι το οποίο ποτέ δεν ξέχασε καθόσον εκεί εδιδάχθη τις ιερές Ακολουθίες, την πορεία του στη σπουδή στη Θεολογική επιστήμη, αλλά και την κουρά του σε Μοναχό και τη χειροτονία του σε Διάκονο από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκίδος κυρό Νικόλαο (Σελέντη), επίσης Τήνιο, προσωπικότητα αγιασμένη και εγνωσμένης πνευματικότητας ανά την Ορθοδοξία.

Αναφέρθηκε στη συνέχεια στον τρόπο με τον οποίο τον παραπροσέλαβε ο Μακαριστός Μητροπολίτης Σύρου κυρός Δωρόθεος Α’ (Στέκας) στην Τήνο και τον κατέστησε Ιεροκήρυκα του Ιερού Προσκυνήματος, δίνοντάς του έτσι τη δυνατότητα να κηρύττει σε χιλιάδες προσκυνητές, ακόμη και 4 και 5 φορές την ημέρα, έτσι ώστε και η Παναγία μας να αναδεικνύεται, αλλά και να ακούγεται ουσιαστικός και ποιοτικός λόγος, καθόσον το κήρυγμα είναι πολύ σημαντικό εργαλείο, ιδίως μέσα στο Ιερό Προσκύνημα.

Ο Μακαριστός υπηρέτησε με συναίσθηση ευθύνης και επειδή είχε εκκλησιαστικό φρόνημα, αυτό το θεωρούσε μία από τις σημαντικότερες διακονίες στην οποία αναφερόταν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Την Παναγία δεν την ξέχασε ποτέ και την αγαπούσε και ερχόταν πάντα στις γιορτές Της.

Επιπλέον, αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίον ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ τον προσεκάλεσε στην Αρχιεπισκοπή και τον κατέστησε Ιεροκήρυκα και Εφημέριο στον Ιερό Ναό Αγίου Ελευθερίου Άρεως, τον κατέστησε επίσης αναπληρωτή διευθυντή και διευθυντή υπηρεσιών της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, θέση όπου διηκόνησε δίπλα στον Μακαριστό Επίσκοπο Χριστουπόλεως Πέτρο (Δακτυλίδη). Και οι δυο μαζί εργάστηκαν για την οικονομική ανάπτυξη του θεσμού αλλά και για την πνευματική ακτινοβολία του έτσι ώστε να επηρεάζει την ελληνική κοινωνία.

Κατέστη διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος, θέση στην οποία υπηρέτησε φιλοτίμως και βοήθησε το ραδιόφωνο να αναπτυχθεί και να φτάσει σχεδόν παντού σε όλες τις άκρες της ελληνικής γης.

Υπήρξε διευθυντής του θεολογικού οικοτροφείου, όπου εκεί συνέχισε την παράδοση που είχε ξεκινήσει στην Τήνο ως καθηγητής να αλιεύει ψυχές κατά Χριστόν, είχε πολλά πνευματικοπαίδια, πολλοί εκ των οποίων έγιναν Κληρικοί και στελεχώνουν τα ιερά θυσιαστήρια πολλών Μητροπόλεων, διεκδικούσε Ιερείς να είναι ιεροπρεπείς και να έχουν εκκλησιαστικό φρόνημα, να είναι σοβαροί, δεν ανεχόταν εκτροπές, γι’ αυτό και οι συμμαρτυρίες του ήταν στοχευμένες και σημαντικές, όλες πολύ καλές.

Το ίδιο επεδίωξε και ως Μητροπολίτης Φθιώτιδος ώστε να εισάγει νέο αίμα στην εκκλησία, να είναι οι χειροτονίες του άξιες ενώπιον Θεού και ανθρώπων και γι’ αυτό το λόγο έδωσε μεγάλο αγώνα στο ποιοι θα επιλεγούν για να προχωρήσουν στα της Ιεροσύνης.

Στη Μητρόπολη Φθιώτιδος κατεστάθη με τρόπο παράδοξο, παράξενο, μιας που ο διάδοχος του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, τον ανεψιό του Ιερωνύμου τον κατέστησε Μητροπολίτη. Ο ίδιος ήταν μάρτυρας των αγαθών σχέσεων των δύο ανδρών και έγραψε μάλιστα και σχετικό βιβλίο.

Ως Μητροπολίτης Φθιώτιδος παρέλαβε μια καθημαγμένη Μητρόπολη και την ανέδειξε. Τα έργα του είναι πάρα πολλά και μιλάνε από μόνα τους.

Το πνευματικό πολιτιστικό κέντρο στη Λαμία, το γηροκομείο στη Στυλίδα, η στέγη κατακοίτων στη Λαμία, ο ραδιοφωνικός σταθμός και ένα σωρό άλλο τα οποία αποτελούν προσωπικά του δημιουργήματα και μάλιστα χωρίς καμία επιχορήγηση από κανέναν φορέα, παρά μόνο με τις δυνάμεις της Μητροπόλεως και τον οβολό του χριστεπωνύμου πληρώματος, τον οποίο ήξερε να διαχειρίζεται και να χρησιμοποιεί όχι απλώς με σύνεση και οικονομία αλλά θα λέγαμε πολλές φορές με αυστηρότητα, πρώτα στον εαυτό του.

Ο Μακαριστός εκοιμήθη αιφνιδίως και άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό, άφησε πίσω του, επίσης, αγαθή μνήμη και άφησε ένα παράδειγμα σπάνιο στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος διακρινόμενος τόσο για την ικανότητα της πνευματικής στη Μητρόπολή του, όσο και για τον λόγο που άρθρωνε στην Ιεραρχία λόγω κριτικής, λόγω ουσιαστικού ελέγχου, λόγω αληθείας.

Φωτογραφίες: Γεώργιος Πολυκανδρίτης, Δήμητρα Φανερού

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

[](#)[](#)