Γιατί οι σημερινές πολιτικές επαναφέρουν στο προσκήνιο τον γνωστό βρετανό οικονομολόγο Τ.Μ. Κέϋνς - Ποια τα διλήμματα που θα αναγκαστούν να απαντήσουν οι κυβερνήσεις κηρύσσοντας «πόλεμο» στην πανδημία

Με ρητορική «πολέμου» οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, εκτός των περιοριστικών μέτρων, εξαγγέλουν δημοσιονομικά «πακέτα» τόνωσης και παροχής κινήτρων για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας.

Σε μια περίοδο που η αρθρογραφία για το κόστος του νέου «πολέμου» πυκνώνει το παράδειγμα της πατρίδας του γνωστού οικονομολόγου Τζων Μάιναρντ Κέϋνς παρουσιάζει την ιδιατερότητα να ανακοινώνεται ο προϋπολογισμός την ημέρα που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναβάθμιζε την επιδημία του κορωνοϊού σε πανδημία.

Στις 11 Μαρτίου ο** νέος υπουργός Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Ρίσι Σουνάκ, ανακοίνωσε έναν προϋπολογισμό ο οποίος ανοίγει τις στρόφιγγες των δαπανών** και προβλέπει ένα «πακέτο» κινήτρων αξίας 200 δισ. λίρες για τα επόμενα πέντε χρόνια.

Οι Times έγραψαν ότι ήταν ένα προϋπολογισμός που ο Τ.Μ.Κέϋνς θα ενέκρινε, ενώ τα σχόλια ήταν ακόμα θερμότερα για την ανακοίνωση της 17ης Μαρτίου από τον βρετανό ΥΠΟΙΚ για επιπλέον 350 δισ. λίρες για την υποστήριξη των επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου έναντι των επιπτώσεων της πανδημίας.

Σύμφωνα με τα εξαγγελόμενα, η βρετανική οικονομική πολιτική είχε πετάξει την λιτότητα από το παράθυρο χωρίς όμως να την αποκηρύσσει δημοσίως όπως έκανε η Γερμανία. Θυμίζουμε, ότι η Γερμανία ανακοίνωσε ότι απομακρύνεται προσωρινά από την υποχρέωση των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών προκειμένου να αυξήσει τον δανεισμό της και να χρηματοδοτήσει το δικό της πακέτο τόνωσης αλλά την ίδια στιγμή διαβεβαίωνε για την επιστροφή της σε αυτούς και την λιτότητα αμέσως μόλις η κρίση ξεπεραστεί.

Κάποιοι – ίσως πρόωρα – έκαναν λόγο για την επιστροφή στον κεϋνσιανισμό αλλά τόσο στο «πακέτο» τόνωσης του Σουνάκ όσο και σε αυτά των άλλων κυβερνήσεων αντικατοπτρίζεται περισσότερο η ανάγκη προστασίας της οικονομίας από την πανδημία του COVID-19 παρά μια συνειδητή αλλαγή οικονομικής πολιτικής .

Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι βρετανοί αρθρογράφοι η ανακοίνωση του Σουνάκ για τον προϋπολογισμό περιλάμβανε επιπλέον δημόσιες επενδύσεις ύψους 175 δισ. στερλινών για πέντε χρόνια. «Για επενδύσεις σε έργα οδοποιίας, σιδηροδρόμων, στέγασης, ευρυζωνικότητας και δημόσια έργα, οι οποίες ως ποσοστό της οικονομίας, θα ανέλθουν σε επίπεδα που δεν παρατηρήθηκαν από τη δεκαετία του 1970», πανηγύριζαν οι Financial Times, που τα τελευταία δέκα χρόνια στήριζαν σταθερά τις περικοπές δαπανών. Ο ίδιος ο Σουνάκ τόνισε ότι η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να διαδραματίσει έναν «πιο ενεργό ρόλο» στη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Αυτό που δεν εξηγείται όμως είναι γιατί μία τέτοια μεταστροφή (με αύξηση των δημόσιων δαπανών) συμβαίνει τώρα;

Γιατί η χρηματοδότηση σε βάθος πενταετίας των 2,5 δισ. λιρών για τις λακούβες στους βρετανικούς δρόμους που εξήγγειλε ο Σουνάκ δεν ξεκίνησε το 2010, όταν υπήρχαν και λιγότερα θύματα εξαιτίας τους και μεγαλύτερη ανεργία άρα ανάγκη δημιουργίας θέσεων εργασίας;

Οι υπερασπιστές της κυβερνητικής πολιτικής θα απαντούσαν ότι τότε η κυβέρνηση δεν μπορούσε να το αντέξει οικονομικά αλλά πλέον μετά από τη λιτότητα και τη μείωση των ελλειμμάτων υπάρχει ο «δημοσιονομικός χώρος» για τις λακούβες.

Ωστόσο οι αιρετικοί θα αντιτείνουν ότι το τι μπορεί να αντέξει οικονομικά μια κυβέρνηση περιορίζεται μόνο από το ποσό των πραγματικών πόρων που μπορεί να διαχειριστεί και όχι από τους αυτοεπιβαλλόμενους οικονομικούς περιορισμούς.

Επιπλέον, όπως πολλοί έχουν επισημάνει η δημοσιονομική ώθηση θα έπρεπε όχι μόνο να έχει δοθεί πολύ νωρίτερα αλλά πλέον ελλοχεύει ο κίνδυνος να δοθεί σε λάθος σημείο του οικονομικού κύκλου. Ο Κέϋνς έχει γράψει ότι «η ανάπτυξη και όχι η ύφεση, είναι η κατάλληλη στιγμή για λιτότητα από το Υπουργείο Οικονομικών».

Και σήμερα το Ηνωμενο Βασίλειο δεν φαίνεται να διανύει φάση ανάπτυξης ακόμα και πριν την εμφάνιση της πανδημίας, καθώς πληθώρα αναλυτών προειδοποιούσαν για επερχόμενη ύφεση. Επιπλέον, τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και άλλες δυτικές οικονομίες έχουν αναμφισβήτητα λιγότερη δημοσιονομική ικανότητα σήμερα από ό, τι πριν από δέκα χρόνια.

Τέλος, υπάρχει και το θέμα του πληθωρισμού για τον οποίο οι κυβερνήσεις προειδοποιούν και προσπαθούν να έχουν σε ελεγχόμενο επίπεδο. Χωρίς δημοσιονομικούς περιορισμούς ο πληθωρισμός θα εκτοξευτεί υποστήριζαν. Πλέον φαίνεται να μην τους απασχολεί ο κίνδυνος που επικαλούνταν. Ωστόσο, σε κάποιο σημείο, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αυξήσουν τους φόρους προκειμένου να αποφευχθεί ο πληθωρισμός. Και εδώ ελλοχεύει ένας ακόμη κίνδυνος: η χαλάρωση και η σύσφιξη της δημοσιονομικής πολιτικής σε λάθος χρονικές στιγμές.

Βέβαια η κατάσταση είναι εξαιρετική και οι ηγέτες έχουν ήδη κάνει λόγο για «πόλεμο». Αυτό που δεν έχουν πει είναι ότι μια οικονομία πολέμου είναι μια οικονομία ελλείψεων στην οποία δεν μπορούμε να έχουμε και όπλα και βούτυρο. Το βούτυρο πρέπει να διατιμηθεί για να παραχθούν περισσότερα όπλα. Και αυτό δημιουργεί ένα πρόβλημα υπερβολικής ζήτησης και όχι ανεπαρκούς ζήτησης.

Η απάντηση του Κέϋνς από τα γραπτά του ήταν ότι εν μέσω πολέμου η βρετανική κατανάλωση θα έπρεπε να μειωθεί, είτε με υψηλότερες τιμές είτε με υψηλότερους φόρους. Ο ίδιος πρότεινε την προοδευτική αύξηση του φόρου εισοδήματος με το σκεπτικό ότι ήταν «δικαιότερη» λύση από τον πληθωρισμό.

Η ελπίδα όλων είναι ότι οι σημερινές κυβερνήσεις δεν θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν τέτοια διλήμματα αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να έχουν ένα σχέδιο και μια απάντηση στο πώς θα πληρώσουν τον καινούργιο «πόλεμο».