Το γιγάντιο δεινοθήριο που βρέθηκε στην Σητεία

Το μουσείο βρίσκεται υπό ανακαίνιση. Στόχος είναι οι επισκέπτες να ξεκινούν από τα φυσικά φαινόμενα και το πώς διαμορφώθηκε ο ελλαδικός χώρος τα τελευταία 20 εκατ. χρόνια και να φθάνουν στο σήμερα, στην εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος έχει επιβληθεί στο φυσικό περιβάλλον και τις συνέπειες που αυτό έχει.

Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, το μεγαλύτερο του είδους του στην Ελλάδα, αλλάζει πρόσωπο. Μέχρι το καλοκαίρι θα έχει ολοκληρωθεί η πρώτη φάση της ανακαίνισής του, προσφέροντας στις δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες του μια μοναδική εμπειρία. Το πιο εντυπωσιακό τμήμα της νέας έκθεσης θα είναι ένας ολόκληρος όροφος με σχεδόν όλα τα ζώα και τα φυτά της Κρήτης, μέσα από την πλούσια συλλογή τού Πανεπιστημίου. Το ζητούμενο τώρα είναι να βρεθούν ακόμα 2,5 εκατ. ευρώ για να υλοποιηθεί στο σύνολό της η νέα μουσειογραφική μελέτη, καλύπτοντας και τις 5.000 τ.μ. του μουσείου.

Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης ιδρύθηκε από το Πανεπιστήμιο Κρήτης το 1980. «Το όραμα ήταν το Πανεπιστήμιο να αποκτήσει ένα μουσείο φυσικής ιστορίας, αντάξιο της βιοποικιλότητας της χώρας μας», λέει στην «Κ» ο διευθυντής του, Νίκος Πουλακάκης. «Το όραμα αυτό υλοποίησε ο προηγούμενος διευθυντής του, Σάκης Μυλωνάς, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, δημιουργώντας την πρώτη περιοδική έκθεση στο ενετικό φρούριο και αργότερα, το 2007, ιδρύοντας το πρώτο τμήμα του μουσείου στο κτίριο της παλιάς Ηλεκτρικής στην παραλιακή ζώνη του Ηρακλείου. Σταδιακά, μέσα από κοινοτικά χρηματοδοτικά προγράμματα και εθνικούς πόρους προστέθηκαν κι άλλοι χώροι και το μουσείο έφθασε να καλύπτει περίπου τις 2.500-3.000 τετραγωνικά από τις 5.500 τετραγωνικά των κτιριακών εγκαταστάσεων. Σήμερα δέχεται περίπου 60.000 επισκέπτες το έτος, εκ των οποίων οι 20.000 μαθητές».

Το 2016, η Περιφέρεια Κρήτης χρηματοδότησε την εκπόνηση μιας σύγχρονης μουσειολογικής μελέτης, για τη χρησιμοποίηση του συνόλου του κτιρίου και την αξιοποίηση με σύγχρονα μέσα των συλλογών του Πανεπιστημίου Κρήτης. «Σύμφωνα με τη μελέτη, η έκθεση ξεκινά από τα φυσικά φαινόμενα και το πώς διαμορφώθηκε ο ελλαδικός χώρος τα τελευταία 20 εκατ. χρόνια και φθάνει στο σήμερα, στην εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος έχει επιβληθεί στο φυσικό περιβάλλον και τις συνέπειες που αυτό έχει», εξηγεί ο κ. Πουλακάκης. «Το 2019, η Περιφέρεια αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την υλοποίηση περίπου του ενός τρίτου της μελέτης, δηλαδή τα δύο από τα τέσσερα επίπεδα που προβλέπονται. Οι εργασίες βρίσκονται σε εξέλιξη και οι νέοι χώροι αναμένεται να παραδοθούν στο κοινό στις αρχές του καλοκαιριού».

Τι θα δουν οι επισκέπτες στο νέο τμήμα του μουσείου; Το πρώτο υπόγειο θα είναι αφιερωμένο στο δίπολο νερού/ερήμου με διοράματα (αναπαραστάσεις οικοσυστημάτων) και βιωματικές-διαδραστικές απεικονίσεις. «Η Κρήτη έχει ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό. Να έχει ταυτόχρονα περιοχές πλούσιες σε νερό και ερημικά οικοσυστήματα, όπου τα είδη έχουν προσαρμοστεί σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες», λέει ο κ. Πουλακάκης. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: σε μια γωνία θα υπάρχει ένας χώρος με θέμα τη νύχτα στην έρημο. Ο επισκέπτης θα εισέρχεται σε έναν απομονωμένο, σκοτεινό χώρο και με την είσοδό του θα ενεργοποιείται ένα κόκκινο φως που θα φωτίζει τα εκθέματα, νυχτόβια ζώα και έντομα.

Το ισόγειο θα είναι αφιερωμένο στη βιοποικιλότητα. «Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο θα είναι ένας τοίχος στον οποίο θα “παρελάσουν” σχεδόν όλα τα είδη των ζώων και των φυτών της Κρήτης», λέει ο κ. Πουλακάκης. Ο επισκέπτης θα εξερευνά την εντυπωσιακή γεωμορφολογία του νησιού και την πλούσια χλωρίδα και πανίδα του, ενώ θα αποκτά μια γενική εικόνα για τη βιοποικιλότητα ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: την εικόνα αυτή θα δίνει ένα διαδραστικό τραπέζι, διαστάσεων 3Χ1,5 μ. με 16 ενεργά σημεία αφής που θα ενεργοποιούν αντίστοιχες προβολές σε 12 οθόνες οι οποίες θα βρίσκονται σε καμπυλωτή επιφάνεια μπροστά από το τραπέζι.

Η διαμόρφωση των νέων χώρων έχει προϋπολογισμό περίπου 1 εκατ. ευρώ. Η εφαρμογή της συνολικής μελέτης έχει εκτιμηθεί στα 3,5 εκατ. ευρώ. «Δυστυχώς, η οικονομική κρίση έχει περιορίσει πολύ τις δυνατότητές μας. Ελπίζουμε ότι θα βρούμε έναν τρόπο να χρηματοδοτήσουμε μέσα στα επόμενα χρόνια και το υπόλοιπο μουσείο», αναφέρει ο κ. Πουλακάκης. «Θα είναι ένα κόσμημα όχι μόνο για το Ηράκλειο και την Κρήτη, αλλά για όλη την Ελλάδα».

Σκοπός του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης (ΜΦΙΚ) είναι η έρευνα για το περιβάλλον της Ελλάδας και ευρύτερα της Ανατολικής Μεσογείου και η προστασία του, η διατήρηση και ο εμπλουτισμός συλλογών και αρχείων σχετικών με το περιβάλλον (γεωλογικές, παλαιοντολογικές, βοτανικές, ζωολογικές συλλογές και αρχεία φωτογραφικής, γεωγραφικής τεκμηρίωσης, μελετών και εργασιών). Εξίσου σημαντικός στόχος είναι η περιβαλλοντική εκπαίδευση, δηλαδή η διάχυση των περιβαλλοντικών γνώσεων σε μαθητές, φοιτητές και το ευρύ κοινό μέσω σεμιναρίων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων, κυρίως όμως μέσω της μόνιμης έκθεσης, που εδρεύει στο Ηράκλειο, αλλά και της οργάνωσης περιοδικών εκθέσεων.

Πάνω από 2,5 εκατ. δείγματα

Tο μουσείο είναι οργανωμένο σε 7 εφορείες (Βοτανικής, Γεωποικιλότητας, Παλαιοντολογίας, Σπονδυλωτών, Ασπονδύλων, Αρθροπόδων και Γενωμικής και Γενετικών Πόρων) και διαθέτει δύο εργαστηριακές μονάδες: Εκπαίδευσης και Οικολογίας – Διαχείρισης Περιβάλλοντος. Οι επιστημονικές συλλογές του αριθμούν περισσότερα από 2.500.000 δείγματα και για πολλές ομάδες ειδών αποτελούν τις σημαντικότερες ή κάποιες από τις πιο σημαντικές συλλογές για την περιοχή (Ελλάδα, Ανατολική Μεσόγειο) παγκοσμίως.

Ως επιστημονικός φορέας, το μουσείο έχει συμβάλει σε περισσότερες από 300 δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και σε πάνω από 400 ανακοινώσεις σε διεθνή και εθνικά συνέδρια. Επίσης, έχει πραγματοποιήσει πολλές συστηματικές παλαιοντολογικές ανασκαφές σε διάφορες θέσεις της Κρήτης, με σημαντικότερη αυτή του Γιγάντιου Δεινοθηρίου στη Σητεία, του μεγαλύτερου χερσαίου θηλαστικού που έζησε ποτέ στο νησί και από τα μεγαλύτερα που έχουν βρεθεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Τέλος, έχει αναπτύξει δεκάδες συνεργασίες με επιστήμονες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Για το πολυσχιδές εκπαιδευτικό, ερευνητικό, συγγραφικό και εκδοτικό του έργο και την υποδειγματική οργάνωσή του, το ΜΦΙΚ έλαβε βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών το 2012.

Πηγή : Καθημερινή