Του π. Ευθυμίου Κερμελή στην Romfea.gr

Θρηνώντας κανείς σε συντρίμμια, αναλογιζόμενος περασμένες δόξες και μεγαλεία τού ανοίγονται δύο προοπτικές· να θρηνήσει εκστομίζοντας κατάρες και παράπονα, ή να γεμίσουν τα μάτια του δάκρυα για τα περασμένα και να αναλογισθεί το παρόν του και το μέλλον.

Τα συντρίμμια και τα χαλάσματα, μπορούν να μας δείξουν ότι τα χαλάσματα μπορούν να κτιστούν ομορφότερα, και “στο χάσμα που άνοιξε ο σεισμός” ν’ ανθίσουν λουλούδια.

Αλήθεια πόσο ειλικρινείς είμαστε θρηνώντας στη μέση της Τεσσαρακοστής την ερημιά της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας μας εξαιτίας μιας παγκόσμιας κρίσεως, λόγω επιδημίας. Βλέπουμε τη στέρηση της λατρείας, πονάμε με το κλείσιμο των Εκκλησιών, αναλογιζόμαστε όμως βαθιά μέσα στην ψυχή μας κατά πόσο ειλικρινείς είμαστε.

Πόση ακεφιά και με πόση κούραση ζούσαμε το μεγάλο γεγονός της προσμονής του Πάσχα. Οι ψυχές μας κουρασμένες την ατένιζαν χωρίς να αλλάζουν προτεραιότητες. Πόσοι περιμέναμε με λαχτάρα αυτή την περίοδο.

Η θεομηνία, του κορωνοϊού, ίσως είναι μια ευκαιρία για έναν ειλικρινή προβληματισμό και αναζήτηση της γνησιότητας.

Γενικά, γεννά πολλά ερωτηματικά η πληθώρα των κραυγών και των παραπόνων για τα σκληρά μέτρα που ελήφθησαν στον χώρο της λατρείας της Εκκλησίας.

Ο λόγος της Εκκλησίας πρέπει να είναι λόγος μαρτυρίας και μαρτυρίου, και όχι λόγος απολογητικός σαν απόρροια κεκτημένων δικαιωμάτων.

Η μαρτυρία της Αλήθειας, έχει μέσα της ζωή, που όταν την αφουγκράζεσαι λαμβάνεις την πληροφορία μέσα σου για την αυθεντικότητά της.

Αντίθετα η ξύλινη θεολογική γλώσσα και ο απολογητικός θεολογικός λόγος, επιφέρει σύγχυση και ταραχή ειδικά σε στιγμές δύσκολες όπως οι τωρινές.

Όταν διακυβεύονται θέματα, που αγγίζουν τη ζωή και τον θάνατο τά ψηλαφείς, ζώντας τη ζωή και τον θάνατο πάνω σου.

Τα λόγια σου αναμετριούνται με την πίστη και την Αγάπη. Τα εύκολα λόγια και τα περιττά, φαίνονται σαν ψεύτικα, μας γελοιοποιούν γιατί η πραγματικότητα μας αναγκάζει να τα αναιρέσουμε.

Αν πιστεύουμε τόσο που να μη φοβόμαστε τον θάνατο και αν η αγάπη μας είναι τόσο μεγάλη, όσο να είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε για τον διπλανό μας, τότε αναμετριόμαστε με την αλήθεια.

Η Εκκλησία μας επιβιώνει γιατί κηρύττει την Αλήθεια και η ίδια είναι σώμα της «Αλήθειας».

Αν η Εκκλησία δουλεύει με σκοπιμότητα και ανειλικρίνεια, ακόμα και τη στιγμή που αναμετριέται με τη μεγαλύτερη αγωνία του ανθρώπου που είναι ο φόβος του θανάτου, χάνει και την αλήθεια και τη μαρτυρία.

Μια φράση, για τη Θ. Λειτουργία της Κυριακής “κεκλεισμένων των θυρών”, αρκούσε για να διασώσει το Εκκλησιολογικό πρόσωπο της Εκκλησία μας και να πορευθεί σιωπηλά στον σκοπό της χωρίς να συντελεί στην αύξηση του πανικού και χωρίς να βάζει σε κίνδυνο τη ζωή των ανθρώπων.

Παρόλα αυτά ο “κορωνοϊός” φαντάζει σαν μια μεγάλη ευκαιρία να αναμετρηθεί και η Εκκλησία ως σώμα Ιησού Χριστού, με τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα των λόγων της και της ζωής της.

Κλεισμένοι υποχρεωτικά στα κελιά μας, αναγκαστικά έγκλειστοι πράγμα που η εξωστρέφεια δεν μας το επιτρέπει, ας αναλογιστούμε:

- Τις Θ. Λειτουργίες που μπορούσαμε να τελέσουμε και δεν τελέσαμε. Πόσο τα μάτια μας ήταν “θολά” από τα δάκρυα ατενίζοντας το Σώμα και Αίμα του Χριστού.

- Πόσες Θ. Λειτουργίες χάσαμε σαν πιστοί από τις γήινες μέριμνές μας. Πόσες φορές αναλογιστήκαμε το μεγάλο δώρο της ζωής που είναι η Θ. Ευχαριστία.

- Για πόσους από μας η ζωή μας είναι χωρίς νόημα μακριά από τον Χριστό και την Εκκλησία.

Ας αναλογιστούμε επίσης,

-Το μεγαλείο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, το εργαστήρι αυτό της ψυχής μας, που μας προετοιμάζει να ποθήσουμε και να συναντήσουμε τον Αναστημένο Κύριο.

- Να δούμε ξανά το μεγάλο δώρο του μυστηρίου της μετάνοιας και της εξομολόγησης. Το μυστήριο που μας αποκαλύπτει το πρόσωπο του Χριστού και την απέραντη αγάπη Του. Να δούμε ξανά τη ζωή μας· αν ποθούμε μια ζωή που οδηγεί στον Θεό ή μια ζωή χωρίς Θεό.

Ας φανταστούμε, τέλος, νοερά -εν μέσω του τρόμου που δημιουργεί η πανδημία στην κοινωνία μας- ότι βρισκόμαστε ο καθένας από μάς μπροστά στην σκήνη που περιγράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (κεφ.6,στιχ.60-71) και ακούγαμε μαζί με τον λαό που ήταν παρόντες “Εγώ είμαι ο Άρτος της Ζωής…..”. Θα φεύγαμε όπως ο όχλος ή θα απαντούσαμε όπως ο Πέτρος: “Κύριε που να πάμε; Εσύ έχεις Λόγια που δίνουν ζωή Αιώνια”.

Φέτος η προσμονή του Πάσχα είναι διαφορετική. Η Τεσσαρακοστή μοιάζει με τον χειμώνα που εξωτερικά φαίνεται σαν νεκρός μέσα στην αγκαλιά του, όμως κυοφορεί τη ζωή που ξυπνάει την Άνοιξη.

Αν αυτή η παράξενη Σαρακοστή ξυπνήσει ειλικρινή προσμονή για το Πάσχα, αν η λαχτάρα της συνάντησης με τον Αναστάντα Κύριο γίνει πόθος και ανέκφραστη μυστική χαρά, η κατάρα του κορωνοϊού θα γίνει ευλογία.

Η Διοικούσα Εκκλησία στην νοοτροπία της δεν θα είναι ίδια πάλι και οι πιστοί μας μακάρι να αλλάξουν προτεραιότητες και να κατανοήσουμε τη διαφορά της επιβίωσης και της ζωής .

[](#)[](#)