Η πίεση μας ωθεί να παρουσιάσουμε τον καλύτερο ή τον χειρότερο εαυτό μας. Παρατηρώ καιρό τώρα (μετά την υποτιθέμενη λήξη της οικονομικής μας περιπέτειας) τον τρόπο που διεξάγεται ο δημόσιος λόγος και πώς τα ζωνάρια έχουν λυθεί και πάλι. Καταλήγω ήδη σε συμπεράσματα για το τι είναι δεξιό, τι αριστερό, τι κεντρώο, μα, πάνω απ’ όλα, τι είναι εθνικά σωστό. Σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπίζουμε δύο οξύτατα προβλήματα, που ευτυχώς σκεπάζονται σε μεγάλο βαθμό από την ωριμότητα του ελληνικού λαού.

Το πρώτο είναι πως υπάρχουν προσωπικότητες στη δημόσια σφαίρα οι οποίες, αν και τα αντικειμενικά δεδομένα «φωνάζουν» εναντίον των κλισέ τους, αυτές δεν αντέχουν να βρεθούν στο ίδιο μπλοκ απόψεων με άλλες προσωπικότητες από τον φόβο μην τυχόν και μολυνθούν. Κάποιες διαφωνίες δηλαδή είναι κατασκευασμένες, προκάτ, δεν πατούν στην πραγματικότητα – στην ουσία, δεν υπάρχουν. Κάποιες διαφωνίες διατυπώνονται για να συνεχίσουν οι εκφραστές τους να έχουν αντίπαλο δέος και να παρατείνουν την πτωχή καριέρα τους στον δημόσιο λόγο. Στέκομαι σε δυο τρία παραδείγματα εξ αφορμής του Μεταναστευτικού και του κορονοϊού.

Η απόπειρα εισβολής από 25.000 μετανάστες στον Εβρο με καθοδηγητή τον Ερντογάν, το πρώτο. Η επικρότηση του κλεισίματος των συνόρων από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το δεύτερο. Η διαμάχη για τη θεία κοινωνία και η σιωπή επίσης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης για το θέμα συγκριτικώς με τις υβριστικές δηλώσεις στελεχών του, το τρίτο.

Όσον αφορά την «εισβολή», αυτή κατακρήμνισε τις θεωρίες αριστερών συνιστωσών για τις αυθόρμητες μαζικές μετακινήσεις κατατρεγμένων μεταναστών και προσφύγων πολέμου, στους οποίους η Ελλάς έπρεπε να δείξει τη συμπόνια της. Στην πραγματικότητα δικαιώθηκαν όσα έλεγαν οι κάτοικοι του Εβρου σε ανοιχτές συγκεντρώσεις τους στον φράκτη προσφάτως και, βεβαίως, δικαιώθηκαν απόψεις που θεωρούνταν χρόνια τώρα ακροδεξιές και φασιστικές.

Απόψεις που υποστήριζαν το σφράγισμα των συνόρων, την αποφασιστική ανάσχεση των μεταναστών από το Λιμενικό στο Αιγαίο, τη θέση ότι αυτό που γίνεται είναι εισβολή και πως όσοι εισέρχονται είναι παράνομοι, και λοιπά. Αυτές οι θέσεις, που ήταν μειοψηφικές σε όλο το λεγόμενο «δημοκρατικό τόξο», ακόμη και μέσα στη Ν.Δ., δικαιώθηκαν μέσα σε μια βραδιά από τον Ερντογάν.

Και η μεν συντηρητική παράταξη έδειξε πρωτοφανή ανακλαστικά, αναδιπλώθηκε, ανασυντάχθηκε, ήρθη στο ύψος των περιστάσεων και αντεπιτέθηκε. Η υπεράσπιση του εδάφους δεν είναι φασισμός, αλλά πατριωτισμός. Η Αριστερά, όμως, σε όλες της τις εκδοχές, πλην Τσίπρα που είπε, έστω με καθυστέρηση, «ναι» στα κλειστά σύνορα, τι έκανε; Φεστιβάλ μιζέριας! Αδύνατον για αυτήν, για τους ανθρώπους της, για την κοσμοθεωρία της να παραδεχθεί ότι είχε λάθος.

Τα ίδια με το ‘89 και τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Αδύνατον να βρεθεί στην ίδια όχθη του ποταμού με τους «ακροδεξιούς». Ανυπόφορο. Περίμενε δύο τρεις μέρες να εμφανιστούν τίποτε περιθωριακοί καιροσκόποι ναζί στην περιοχή για να σηκώσει τα ξεφτισμένα λάβαρα και να θεμελιώσει διαφωνία. Το δόγμα και το κόμπλεξ υπερίσχυσαν της αλήθειας. Το δόγμα στην πατρίδα μας, όπως γράφω σταθερά από το 2008, είναι η διαφωνία, και η αίρεση η συμφωνία. Αν τυχόν συμφωνήσεις με αντίπαλο, κινδυνεύεις να πας κατηγορούμενος.

Αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρήθηκαν -όχι στην ίδια έκταση, αλλά παρατηρήθηκαν- και στην από εδώ πλευρά. Αντί να σταθεί κανείς στην ιστορική για τα δεδομένα της Αριστεράς μεταβολή θέσης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι καλώς έκλεισαν τα σύνορα, στελέχη της επικεντρώθηκαν στις ανόητες και εμπαθείς δηλώσεις δευτεροκλασάτων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ για να προκαλέσουν καβγά που διευκολύνει τα likes στο διαδίκτυο. Ινα αποδειχθή περίτρανα ότι τα άκρα μαραζώνουν μέσα στην ενότητα. Δεν τη θέλουν, δεν την μπορούν, την τορπιλίζουν, αρέσκονται στην καριέρα του εθνικού διαιρέτη. Με προπονητές, βεβαίως, παλιές καραβάνες τόσο της Αριστεράς όσο και της δεξιάς παράταξης.

Τα αυτά φαινόμενα παρατηρήθηκαν και στο επίμαχο ζήτημα της θείας κοινωνίας. Οι εθνικοί διαιρέτες εμφανίστηκαν και εδώ για να κόψουν εισιτήρια. Το θέμα τους -ειδικώς των προερχομένων από την Αριστερά- δεν ήταν να προστατέψουν τη δημόσια υγεία από το κουταλάκι. Το θέμα τους, όπως διεφάνη από την επικέντρωσή τους στην απόφαση της Ιεράς Συνόδου, ήταν πώς θα χτυπήσουν την Εκκλησία της Ελλάδος. Γιατί, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, τους είναι αδύνατον να σκεφτούν πως θα έρθει μια μέρα που θα πρέπει να συμφωνήσουν με την Εκκλησία της Ελλάδος!

Ψυχολογικό είναι το ζήτημα, όχι ουσίας. Αριστερά και μαύρο ράσο μαζί; Αδιανόητο. Είναι τόσο μεγάλη η εμπάθειά τους, ώστε επιτίθενται στην Εκκλησία της Ελλάδος με ισλαμικούς όρους! Κατηγορείται η Εκκλησία για… ταλιμπανισμό. Κι όμως, θα μπορούσαν άνετα να υπηρετήσουν το ιδεολόγημά τους χωρίς να προσβάλλουν το δόγμα της Εκκλησίας με τη θέση ότι, λόγω του συγχρωτισμού και του κορονοϊού, θα έπρεπε να τεθεί ένα γενικότερο ζήτημα περιορισμού της λειτουργίας των λατρευτικών χώρων όλων των δογμάτων στην Ελλάδα, χριστιανικών και μουσουλμανικών, εκκλησιών και τζαμιών. Αλλά, ως γνωστόν, οι μουσουλμάνοι δεν κολλάνε κορονοϊό, μόνο οι χριστιανοί και μέσω θείας μεταλήψεως.

Η άλλη διαπίστωσή μου από την παρατήρηση όλων όσοι μετέχουμε στον δημόσιο λόγο -στους βουλευτές στέκομαι περισσότερο, όμως- είναι πως ακρότης δεν είναι τα επιχειρήματα, όσο σκληρά κι αν είναι αυτά καμιά φορά. Ακρότης είναι ο θυμός, το βλέμμα που γυαλίζει, η ένταση της φωνής. Το ζήτημα στον δημόσιο λόγο δεν είναι να έχεις δίκιο. Ούτε να είσαι γνώστης των καλύτερων επιχειρημάτων.

Το ζήτημα είναι να μπορείς να κερδίσεις το δίκιο σου και να καταφέρεις να ακουστούν τα επιχειρήματά σου. Ακροδεξιά και Ακροαριστερά για μένα, λοιπόν, είναι ο θυμός. Οχι η ένταση και η οξύτης του επιχειρήματος. Βεβαίως, αντιλαμβάνομαι, για να ανακεφαλαιώσω, ότι καθείς και οι ανάγκες του. Το άγχος να διαφέρεις παρασύρει. Το θέμα είναι, όμως, με ποιον τρόπο κάνεις τη διαφορά. Βλάπτοντας τον χώρο σου και την εθνική ενότητα;

Τελευταίο, αλλά όχι έλασσον: Οι κρίσεις αυτές μας έδειξαν πόσο μακριά είναι από το δημόσιο αίσθημα ποικιλώνυμες ελίτ. Ακόμη έχω στα αυτιά μου τη φράση έκπληκτου συναδέλφου μου από το εύρημα δημοσκόπησης ότι οι Ελληνες πιστεύουν κατά 55% στα θαύματα. Ακόμη έχω στα αυτιά μου τη διαπίστωση άλλου έκπληκτου συναδέλφου για το πόσο αρμονικώς ζουν στη μεθόριο χριστιανοί και μουσουλμάνοι, Ελληνες και Τούρκοι, και πόσο θυμό έχουν που τους χαλά το κλίμα ο Ερντογάν.

Σε μερικές περιπτώσεις είμαστε μακριά νυχτωμένοι και μας χρειάζονται τα γεγονότα για να ανακαλύψουμε την Ελλάδα. Κλείνω με την εξής γενικότερη επισήμανση: Προφανώς δεν θα καταργήσουμε το δικαίωμα στη διαφωνία. Ο διάλογος είναι πλούτος. Καλό είναι όμως -το φωνάζω από το 2004- στην πατρίδα μας να αφαιρέσουμε θυμό και να προσθέσουμε λογική. Σήμερα θα προσέθετα μία λέξη ακόμη: Γενναιότητα. Τη γενναιότητα να συμφωνούμε. Μας το ζητούν οι καιροί.

Από τον Μανώλη Κοττάκη

ΠΗΓΗ