Η Τουρκία δηλώνει πως θέλει διάλογο με την Ελλάδα (την Κυπριακή Δημοκρατία δεν την αναγνωρίζει), σπεύδει ωστόσο να θέσει το πλαίσιο των συζητήσεων.

Αξιωματούχοι του καθεστώτος Ερντογάν ανεμίζουν από τηλεοράσεως χάρτες της «Γαλάζιας Πατρίδας», δείχνουν τις «δικές τους» περιοχές και ανακοινώνουν τη συνέχιση του «ενεργειακού τους προγράμματος».

Σε ένα διάλογο, κατά την τουρκική εκδοχή, στην ατζέντα θα είναι οι παράνομες και παράλογες διεκδικήσεις της Άγκυρας σε βάρος του Ελληνισμού. Είναι μια τακτική που εφαρμόζεται βαθμηδόν, δημιουργεί τετελεσμένα, αφήνοντας την ελληνική πλευρά να συζητά -στο εσωτερικό- για την επιλογή του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.

Είναι σαφές πως η Άγκυρα δεν πρόκειται να ακυρώσει τους επεκτατικούς της σχεδιασμούς για να προσφύγει με την Αθήνα στο Διεθνές Δικαστήριο. Στη Χάγη προφανώς θα πάει όταν σε διμερές επίπεδο συζητηθούν οι αξιώσεις της και περιληφθούν σε συνυποσχετικό.

Αυτό, βέβαια, η Αθήνα προφανώς και δεν μπορεί να το αποδεχθεί. Συνεπώς, διάλογο θα επιδιώξει η Άγκυρα όταν πλέον θα έχει επιβάλει τετελεσμένα και στη βάση αυτή θα θέλει να συζητήσει.**

Αυτή η προσέγγιση οδηγεί σε τοποθετήσεις που δικαιολογούν εν πολλοίς την τουρκική συμπεριφορά. Όταν ακούγεται από ελληνικής πλευράς, από κάποιους παράγοντες σε Ελλάδα και Κύπρο, πως η Άγκυρα αντιδρά επειδή προβάλλονται… μαξιμαλιστικές θέσεις από ελληνικής πλευράς, στην Τουρκία δεν έχουν λόγο να προβάλλουν δικά τους «επιχειρήματα». Ή όταν επιμένουν ακόμη και τώρα στην πολιτική του κατευνασμού, η Άγκυρα δεν έχει λόγο να αλλάξει τακτική.

Τις προάλλες, ο πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ελληνικού ΥΠΕΞ, Χρήστος Ροζάκης, μιλώντας στην εκπομπή «Αντιθέσεις» της ΚΡΗΤΗ-TV (Γιώργος Σαχίνης), έκανε λόγο για ελληνικό μαξιμαλισμό στα ελληνοτουρκικά σημειώνοντας πως μερικές φορές αυτή η στάση «μας οδηγεί σε ακρότητες».

Όταν, λοιπόν, ένας σύμβουλος ελληνικών Κυβερνήσεων, αξιολογώντας την τουρκική επιθετικότητα, κάνει λόγο για «ελληνικό μαξιμαλισμό» που «διασπείρεται στο κοινό», γιατί η Άγκυρα να συμπεριφέρεται διαφορετικά; Γιατί να προσεγγίσει διαφορετικά τα ζητήματα αυτά;

Για να μπορέσει η ελληνική πλευρά (Ελλάδα και Κύπρος) να αντιμετωπίσει την τουρκική επεκτατικότητα, θα πρέπει να διαμορφωθεί μια πολιτική αντίδρασης και να υπάρξουν κινήσεις ανάσχεσης, αποτροπής. Θα πρέπει να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για επιβολή τετελεσμένων.

Πρώτο βήμα είναι η υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου για καθορισμό ΑΟΖ. Θα πρέπει, επιτέλους, η Αθήνα να εγκαταλείψει το φοβικό σύνδρομο και να κάνει το βήμα αυτό.

Την ερχόμενη Παρασκευή θα βρίσκεται στην Αθήνα ο Κύπριος ΥΠΕΞ, Νίκος Χριστοδουλίδης, για συνομιλίες με τον Έλληνα ομόλογό του, Νίκο Δένδια. Ευκαιρία για να καταλήξουν στο θέμα αυτό, αν και δεν αναμένεται από ελλαδικής πλευράς να γίνει κίνηση.

Δεύτερο βήμα η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.

Τρίτο βήμα η (πραγματική και όχι φανφαρολόγα) αναβάθμιση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδος και Κύπρου.

Τέταρτο βήμα η διαμόρφωση ενός ενιαίου διπλωματικού δόγματος.

Για να γίνουν αυτά, όπως και μια σειρά άλλα, θα πρέπει να εγκαταλειφθούν φοβικά σύνδρομα και οι διαχρονικές πολιτικές του κατευνασμού. Αυτές οι προσεγγίσεις έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, έχουν αποθρασύνει την κατοχική Τουρκία.

Εάν συνεχισθεί αυτή η πολιτική, το σίγουρο είναι πως η Τουρκία θα συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο και σύντομα θα βρεθεί να κάνει έρευνες στην περιοχή της Κρήτης, ενώ συνεχίζει τη γεώτρηση στο θαλασσοτεμάχιο 6 της κυπριακής ΑΟΖ.

Όσο δεν υπάρχουν σχεδιασμοί για δημιουργία τετελεσμένων, η Τουρκία θα συνεχίσει ανενόχλητα την επεκτατική της πολιτική σε βάρος Ελλάδος και Κύπρου. Η μπάλα βρίσκεται στα πόδια της Αθήνας. Προσοχή, όμως, γιατί υπάρχουν και τα αυτογκόλ.

Κώστας Βενιζέλος

HellasJournal


kostasxan**